Νέες χαμένες γενιές και ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των ανισοτήτων δημιουργεί η πανδημία του κορονοϊού στις ΗΠΑ, με τις ευλογίες κυβέρνησης και οικονομικών ελίτ. Την περασμένη Πέμπτη, το αμερικανικό υπουργείο Εργασίας ανακοίνωσε ότι οι εβδομαδιαίες νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας, επτά μήνες από το ξέσπασμα της πανδημίας, αυξήθηκαν απροσδόκητα κατά 50 χιλιάδες, σε περίπου 900.000, έπειτα από δύο μήνες μικρής αλλά σταθερής μείωσης. Λίγο αργότερα, το Πανεπιστήμιο Κολούμπια αποκάλυψε ότι από τον περασμένο Μάιο πάνω από 8 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν διολισθήσει κάτω από το όριο της φτώχειας.
Ηταν μια ομολογία της αποτυχίας των πολιτικών που εφάρμοσε η κυβέρνηση Τραμπ για την αντιμετώπιση της πανδημίας, το κόστος των οποίων έχει μέχρι στιγμής ξεπεράσει τα 2,2 τρισ. δολάρια, υπερτριπλασιάζοντας το έλλειμμα των ΗΠΑ στο ιστορικό ρεκόρ των 3,1 τρισ. δολαρίων. Το ερώτημα πολλών εύλογο: Πού πήγαν τόσα λεφτά;
Εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από τα προγράμματα στήριξης της απασχόλησης και των μικρών επιχειρήσεων που θέσπισε η κυβέρνηση σε αυτούς τους 7 μήνες κατέληξαν στα χέρια φίλιων επιχειρηματικών συμφερόντων που δεν τα δικαιούνταν. Μήνες τώρα οι φωνές για κακοδιαχείριση των κονδυλίων από τους αξιωματούχους της ομοσπονδιακής κυβέρνησης βοούν σε όλην την επικράτεια των ΗΠΑ.
Οι «Times» της Νέας Υόρκης αποκάλυψαν ακόμη ότι τον περασμένο Φεβρουάριο –περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε ότι ο κορονοϊός δεν αποτελεί μεγάλο κίνδυνο– κορυφαίοι σύμβουλοι του Αμερικανού προέδρου ενημέρωναν τους φίλους τους στις αγορές και τη βάση των δωρητών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ότι το χτύπημα του ιού θα είναι χειρότερο από ό,τι έλεγε δημοσίως η κυβέρνηση. Η κίνηση αυτή επέτρεψε στους παραπάνω να ποντάρουν στην πτώση και να πλουτίσουν.
Αλλά και η συνεχής νομισματική τόνωση που η Fed –και οι υπόλοιπες μεγάλες κεντρικές τράπεζες του κόσμου– ακολούθησαν με τις νέες αγορές ομολόγων και τα μηδενικά επιτόκια ωφέλησαν ως συνήθως τους λίγους έχοντες. Το άπλετο φθηνό χρήμα που τύπωσαν οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν κατευθύνθηκε ούτε σε επενδύσεις, ούτε σε προσλήψεις, ούτε σε τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Αντίθετα, ακόμη μια φορά συνετέλεσε στην εκρηκτική ανάκαμψη των χρηματιστηρίων και των μεγάλων παιχτών σε αυτά. Ευνόησε σκανδαλωδώς εκείνους που μπορούσαν να δανειστούν με τα χαμηλά επιτόκια και είχαν την τεχνογνωσία σε χρηματοοικονομικό, νομικό και φορολογικό επίπεδο να βρουν τις κατάλληλες επενδύσεις και να επιτύχουν τις καλύτερες επιδόσεις. Τελικό αποτέλεσμα ήταν οι πλούσιοι να γίνουν ακόμη πλουσιότεροι.
Στην απέναντι όχθη, αντίθετα, μια ακόμη χαμένη νέα γενιά αναδύεται. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου (περίοδο κατά την οποία το επίσημο ποσοστό της ανεργίας στις ΗΠΑ υπερτετραπλασιάστηκε), οι Αμερικανοί ηλικίας 16-29 ετών ήταν υπεύθυνοι για το ένα τρίτο της αύξησης της ανεργίας που σημειώθηκε, παρότι η ηλικιακή τους ομάδα αντιστοιχεί σε μικρότερο από το 25% του συνολικού εργατικού δυναμικού.
Από τον Ιούνιο, το 28% των Αμερικανών ηλικίας 16-24 ετών ούτε εργάζεται ούτε πηγαίνει στο σχολείο. Το ποσοστό αυτό είναι διπλάσιο σε σχέση με το προ πανδημίας αντίστοιχο επίπεδο. Τον Ιούλιο, τέλος, πρώτη φορά μετά τη Μεγάλη Υφεση του 1930, η συντριπτική πλειονότητα των Αμερικανών ηλικίας 18-29 ετών ζούσαν με τους γονείς τους.
Τέτοιες οπισθοδρομήσεις νωρίς στην καριέρα των εργαζόμενων έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες. Οπως υποδεικνύουν μια σειρά από μελέτες, η είσοδος στην αγορά εργασίας σε περίοδο κατά την οποία η οικονομία είναι αδύναμη λειτουργεί ως τροχοπέδη στην αύξηση των μισθών και τις προοπτικές σταδιοδρομίας για χρόνια.
Κάτι το οποίο γνωρίζουν καλά στο πετσί τους οι σημερινοί τριαντάρηδες, οι οποίοι παλεύουν ακόμη με τους μετασεισμικούς κραδασμούς του κραχ του 2008 και της παγκόσμιας ύφεσης που εγκαινίασαν μια δεκαετία στασιμότητας στους μισθούς και είναι οι φτωχότεροι από όλους τους τριαντάρηδες των προηγούμενων γενιών.
