Οταν κάπου τον περασμένο Μάιο ξεπορτίσαμε δειλά-δειλά και φοβισμένοι από τα σπίτια μας, κουβαλώντας ο καθένας το δικό του κουσούρι, που του άφησε αυτός ο παράξενος και πρωτόγνωρος εγκλεισμός, θυμάμαι ότι φίλοι και γνωστοί είπαμε «ποτέ άλλοτε να μη ζήσουμε κάτι τέτοιο». Και ίσως κάπου μέσα μας το πιστέψαμε.
Οχι ότι γλιτώσαμε από τον κορονοϊό, αφού οι επιστήμονες προειδοποιούσαν από τότε για δεύτερο κύμα το φθινόπωρο, αλλά σκεφτήκαμε, τι στο καλό, τόσους μήνες έχει μπροστά της η κυβέρνηση, θα προλάβει να προετοιμαστεί, θα στηρίξει το ΕΣΥ, θα βελτιώσει τις δημόσιες συγκοινωνίες, θα ανοίξει με προσοχή τις πύλες εισόδου της χώρας για τους τουρίστες, θα μελετήσει το άνοιγμα των σχολείων, θα συνταγογραφήσει μαζικά δωρεάν τεστ και πολλά ακόμα «θα» περνούσαν από το -όπως αποδείχτηκε- ρομαντικό και κορονοχτυπημένο μυαλουδάκι μας.
Γιατί σχεδόν έπειτα από 7 μήνες ο εφιάλτης επέστρεψε, εμείς βρεθήκαμε εκ νέου κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια μας και εκείνα τα «θα» που αναλύαμε στους καφέδες ή στα γραπτά μας έμειναν «θα». Τούτη τη φορά όμως όλα είναι διαφορετικά, πιο δύσκολα, πιο θλιβερά, πιο απάνθρωπα. Γιατί η ελπίδα του καλοκαιριού έδωσε τη θέση της στον τρόμο και στον φόβο, το φως της ημέρας αντικαταστάθηκε από το βιαστικό σκοτάδι λόγω αλλαγής της ώρας, τα όνειρα για επιστροφή στην κανονική μας ζωή διαδέχτηκαν όνειρα με νεκρούς και διασωλημένους και η ανατριχιαστική βραδινή σιωπή στους δρόμους της πόλης επέστρεψε.
Και εκείνο που με τρώει και είναι σαν να μου μειώνει το οξυγόνο, κάθε φορά που προσπαθώ να βρω απάντηση, είναι γιατί οι κυβερνώντες, αυτοί που ο λαός τους επέλεξε να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας, άρα και την προστασία τους, δεν υλοποίησαν έστω ένα από αυτά τα «θα».
