Την ώρα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη νομοθετεί υπέρ της αποδυνάμωσης των συλλογικών συμβάσεων και τρενάρει όσο μπορεί (και όσο υποδεικνύει ο ΣΕΒ) την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού στο όνομα της πανδημίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επικαλούμενη ακριβώς την κρίση του κορονοϊού, προωθεί οδηγία για αξιοπρεπείς κατώτατους μισθούς σε όλη την Ε.Ε., με ενίσχυση του ρόλου των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Την πρόταση παρουσίασαν χθες ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις, και ο επίτροπος Απασχόλησης, Νίκολα Σμιτ, επικαλούμενοι το «μότο» της προέδρου της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ότι «οι κατώτατοι μισθοί λειτουργούν, καιρός να αμειφθεί δίκαια η εργασία», αλλά και το εύρημα ότι δέκα χρόνια μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση το ποσοστό των εργαζόμενων φτωχών στην Ε.Ε. αυξήθηκε από 8,3% σε 9,4% -και αυτή είναι μια μάλλον μετριοπαθής εκτίμηση-, ενώ η μισθολογική ανισότητα στην Ε.Ε. προσδιορίζεται από τα χαρακτηριστικά δύο άκρα: τη Βουλγαρία με κατώτατο μισθό 312 ευρώ και το Λουξεμβούργο με κατώτατο μισθό 2.142 ευρώ.
«Εάν δεν ενεργήσουμε τώρα, η πανδημία θα διευρύνει κι άλλο αυτές τις ανισότητες», είπε ο Ντομπρόβσκις και φαίνεται τουλάχιστον παράδοξο να το ακούει κανείς από έναν υπέρμαχο της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων στην Ελλάδα των μνημονίων. «Ακούσαμε εισηγήσεις από τους εργοδοτικούς φορείς ότι δεν χρειάζεται οδηγία για τον κατώτατο μισθό, αλλά εμείς επιμένουμε στην οδηγία», είπε ο Ν. Σμιτ, εκπλήσσοντας κι αυτός. Ωστόσο, την εξήγηση την έδωσε ο ίδιος ο Σμιτ τονίζοντας ότι στην ενιαία αγορά «δεν είναι αποδεκτό οι χαμηλοί μισθοί να γίνονται το κύριο μέσο ανταγωνισμού».
Η οδηγία δεν επιβάλλει ενιαίο κατώτατο μισθό, αλλά χωρίς να θίγει τα ιδιαίτερα συστήματα των 27 κρατών, παρεμβαίνει σε τρεις άξονες:
■ Στη βελτίωση της επάρκειας των νόμιμων κατώτατων μισθών, όπου ορίζονται με νόμο, με τη θέσπιση ξεκάθαρων και σταθερών κριτηρίων και με εξασφάλιση συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων.
■ Στην προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε όλα τα κράτη-μέλη, αλλά με έμφαση σε αυτά που η συλλογική διαπραγμάτευση καλύπτει λιγότερο από το 70% των εργαζομένων.
■ Στην καλύτερη επιβολή και παρακολούθηση για όλα τα κράτη μέλη, ώστε οι μεν εργαζόμενοι να επωφεληθούν από την ελάχιστη μισθολογική προστασία, οι δε επιχειρήσεις να προστατευτούν από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Τα κράτη-μέλη θα υποβάλλουν κάθε χρόνο έκθεση για τις εξελίξεις στους μισθούς, ενώ προβλέπονται ακόμη και κυρώσεις σε περίπτωση έλλειψης προόδου.
Η πρόταση αποφεύγει να προτείνει συγκεκριμένο δείκτη καθορισμού κατώτατου μισθού και παραπέμπει εμμέσως σε διεθνή μοντέλα, όπως το 60% του μεικτού μεσαίου μισθού ή το 50% του μεικτού μέσου μισθού ως εναλλακτικές που μπορούν να αξιοποιήσουν τα κράτη-μέλη.
