Η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να ζει στη δίνη των εξελίξεων της κατασκευής του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου της. Οι επιφυλάξεις με τις οποίες άκουσε η κοινωνία της πόλης τις πρόσφατες εξαγγελίες για την ολοκλήρωση του έργου επαληθεύτηκαν. Η πρόσφατη προσφυγή σωματείων και οργανισμών ενάντια στην τελευταία γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου για απόσπαση των βυζαντινών αρχαιοτήτων από τον σταθμό Βενιζέλου θέτει ξανά εν αμφιβόλω το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου.
H αρχαιολογική εμπειρία του μετρό της Θεσσαλονίκης αποδεικνύεται όχι μόνο τραυματική, αλλά και εξόχως επιζήμια. Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν ασχολήθηκε έως σήμερα επί της ουσίας με τις επιπτώσεις ενός έργου με χρόνια προβλήματα στην οικολογία και οικονομία της πόλης. Κανένας επίσης δεν αναζήτησε ευθύνες για τις συνέπειες αβλεψιών και παρατυπιών και εν ολίγοις δεν ελέγχθηκε η νομιμότητα σημαντικών αποφάσεων. Κάποιες απόπειρες απέτυχαν εν μέσω πολιτικών αντιπαραθέσεων και της γενικότερης σύγχυσης στη διάκριση μεταξύ προσωπικής ευθύνης και της αποτυχημένης λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης.
Στην πραγματικότητα, το διοικητικό πλαίσιο που καθορίζει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού διαθέτει φίλτρα διόρθωσης και προσαρμογής προσωπικών παρεμβάσεων. Το σύστημα με άλλα λόγια έχει τους δικούς του κανόνες διασφάλισης της λειτουργίας του. Οσο εσφαλμένες και αν είναι ορισμένες προσωπικές αποφάσεις, ακόμα και από άτομα σε θέσεις υψηλής ευθύνης, δεν μπορούν να επηρεάσουν με δραματικό τρόπο τις εξελίξεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να κρίνονται οι επιλογές πολιτικών παραγόντων του επιστημονικού μεγέθους και ήθους της Λίνας Μενδώνη ή του πολιτικού διαμετρήματος του Παύλου Γερουλάνου, για να μνημονεύσω δυο μόνο από τις μεγάλες προσωπικότητες που καθόρισαν τις τελευταίες δεκαετίες την εθνική στρατηγική σε θέματα πολιτισμού.
Οι θεσμοί που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας κινδυνεύουν από διάβρωση, όταν δημιουργηθούν ρωγμές στο υφιστάμενο πλαίσιο λειτουργίας. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι ένας από τους αρχαιότερους θεσμούς του ελληνικού κράτους. Η λειτουργία της, παρά τα όποια προβλήματα, καθορίζεται με σαφή τρόπο από σχετική νομοθεσία και την εφαρμοσμένη εμπειρία δυο περίπου αιώνων. Η υπόθεση του μετρό Θεσσαλονίκης ανέδειξε για πρώτη φορά στην ιστορία της φαινόμενα διάβρωσης. Η αρχή του προβλήματος μπορεί να αναζητηθεί αρκετά χρόνια πριν, όταν ξεκίνησαν τα πρώτα μεγάλα δημόσια έργα στη βόρεια Ελλάδα.
Προηγήθηκε βεβαίως ένα διάστημα συστηματικής υποβάθμισης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία σε άλλες εποχές αντλούσε κύρος από την παραγωγή επιστημονικού λόγου και έργου. Τις τελευταίες δεκαετίες επιχειρήθηκε η μετατροπή της από επιστημονικό φορέα σε υπηρεσία διεκπεραίωσης διοικητικών υποθέσεων. Η νέα κατάσταση συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα φαινόμενα κακοδιαχείρισης ευνοώντας την αναζήτηση μεθόδων παράκαμψής της.
Κάπως έτσι έγινε η εισαγωγή και καθιέρωση ενός καινοφανούς θεσμού, αυτού του ιδιώτη συμβούλου σε θέματα αρχαιολογίας με αφορμή τα πρώτα μεγάλα δημόσια έργα που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1990 στη βόρεια Ελλάδα. Το πρώτο από αυτά κατά τη διάρκεια του οποίου βρέθηκε πλήθος αρχαιολογικών χώρων εκκινώντας ανασκαφές προϋπολογισμού πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών ήταν η Εγνατία Οδός. Στις επόμενες δεκαετίες τα μεγάλα έργα συνεχίστηκαν με την κατασκευή σιδηροδρόμων από την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, αγωγών φυσικού αερίου από τη ΔΕΣΦΑ και φυσικά του μετρό Θεσσαλονίκης από την Αττικό Μετρό αποκαλύπτοντας δεκάδες νέες αρχαιολογικές θέσεις.
Μολονότι αποκλειστικά υπεύθυνη για την εξ ολοκλήρου διαχείριση κάθε είδους σωστικών ανασκαφών σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία ήταν και παραμένει η Αρχαιολογική Υπηρεσία, οι παραπάνω εταιρείες αναζήτησαν τη συνδρομή ενός ιδιώτη συμβούλου για τις διαπραγματεύσεις τους με την κατεξοχήν αρμόδια δημόσια αρχή. Ετσι, καθιερώθηκε μια παράτυπη πρακτική που παρέκαμπτε έμμεσα τον έλεγχο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.
Τη θέση του ιδιώτη συμβούλου σε μόνιμη βάση για ένα διάστημα περίπου είκοσι χρόνων και για λογαριασμό διαφόρων εταιρειών κατελάμβανε το ίδιο πάντα πρόσωπο, o Μιχάλης Τιβέριος, μέλος πλέον του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Σε αυτό το σημείο έχει σημασία να θυμηθούμε ότι ο ίδιος αρχαιολόγος που διαχειρίστηκε έργα, τα οποία καμία σχέση δεν είχαν με την ειδικότητά του (εικονογραφία αγγείων της αρχαϊκής και κλασικής εποχής), κατήγγειλε προ ετών δημοσίως την τοποθέτηση ενός συναδέλφου του με ειδικότητα στη Βυζαντινή Αρχαιολογία ως διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.
Ολα αυτά έχουν μικρή πια σημασία για την κοινωνία της Θεσσαλονίκης, η οποία υπέστη τις οικονομικές συνέπειες ρήξεων και συγκρούσεων συμφερόντων μέσα στο τοξικό αρχαιολογικό περιβάλλον του μετρό της πόλης. Ενδιαφερόμενοι και αρμόδιες αρχές δεν χρειάζεται να αναζητήσουν τη χαμένη τιμή της ελληνικής αρχαιολογίας στις σήραγγες του μετρό, στους αυτοκινητόδρομους της Εγνατίας, στις ράγες των τρένων ή στους αγωγούς φυσικού αερίου, αλλά στη διάβρωση των θεσμών της πολιτείας.
* διευθυντής ερευνητικών προγραμμάτων, Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Αυστριακή Ακαδημία των Επιστημών
