Κάθε καλοκαίρι παρατηρώ αναγνώστες σε διακοπές, τους σκιτσάρω αφηγηματικά, ενίοτε και, διακριτικά, τους φωτογραφίζω. Οχι τόσο για να αξιολογήσω την αναγνωστική τους προτίμηση ή στάθμη. Ελληνικό ή ξένο βιβλίο; Λογοτεχνία, Ιστορία, Πολιτική, Φιλοσοφία ή μαζικό ανάγνωσμα;
Περισσότερο για να ζυγίζω την κλίση του κεφαλιού, του αυχένα, των άκρων καθώς στέκονται σε μια σελίδα, επιστρέφουν σε κάτι πρωθύστερο, υπογραμμίζουν λέξεις ή εδάφια, ενώ παράλληλα ταξιδεύουν διπλά: εντός κι εκτός αφηγηματικού χρόνου.
Φέτος, ομολογώ, αυτό το εμμονικό, πολύχρονο πλέον «ημερολόγιό» μου, ταξιδιωτών, λουόμενων ή παραθεριστών που κρατάνε βιβλίο ήταν εξαιρετικά ισχνό.
Από τη μια η χρήση μάσκας και απολυμαντικού, από την άλλη, λόγω οικονομικής δυσανεξίας, η περιστολή του χρόνου των διακοπών (χωρίς να παραβλέπω χρόνια τώρα τον χαμηλό βιβλιοφιλικό μας δείκτη), οι εκτεθειμένοι σε κοινή θέα αναγνώστες ήταν σαφώς μειωμένοι από άλλες χρονιές.
Πριν αποχαιρετιστώ με τους μαθητές μου δημιουργικής γραφής (ζωή να ’χουν δεν είναι λίγοι: Ε.Α.Π., Παν. Δυτ. Μακεδονίας, «Σχόλη» εκδ. Πατάκης), συνηθίζω να τους στέλνω, ως άτυπη καρτ ποστάλ, μικρή λίστα καλοκαιρινής αναγνωστικής πυξίδας.
Πάντα είμαι περίεργος, όταν ξανανταμώσουμε, πόσα από τα προτεινόμενα βιβλία κατόρθωσαν να διαβάσουν. Οχι ως απλοί αναγνώστες. Ως οιονεί συγγραφείς. Καθώς, αυτό κι αν διδάσκεται, αλλιώς διαβάζει ένας που γράφει (που πασχίζει δηλαδή να μεταμορφωθούν όλα σε πρόζα, ποίηση, στοχασμό) κι αλλιώς αυτός που διαβάζει για την απόλαυση της ανάγνωσης.
Φέτος οι προσδοκίες μου είναι περιορισμένες. Ποτέ δεν ξέρεις φυσικά. Ομως, για να είμαι, ειλικρινής, κι ο παρατηρητής και καταγραφέας αγνώστων βιβλιόφιλων, ο υποφαινόμενος, παρέκκλινε αυτό το παράξενο καλοκαίρι των αναγνωστικών του απαιτήσεων.
Εντέλει, της πανδημίας ο καιρός μας φέρνει (αναγνωστικά) πιο κοντά…
