ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Καρακώτιας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Roderick Beaton είναι ένας από τους σημαντικότερους διεθνώς νεοελληνιστές. Από το 1981 μέχρι τη συνταξιοδότησή του, υπήρξε καθηγητής της σύγχρονης ελληνικής και βυζαντινής ιστορίας, γλώσσας και λογοτεχνίας στο King‘s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και κάτοχος της έδρας Κοραή του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών.

Το πρόσφατο βιβλίο του φαίνεται ότι είναι το καταστάλαγμα της ερευνητικής και στοχαστικής του πρακτικής για τη συγκρότηση και τη διαδρομή του νεοελληνικού έθνους-κράτους.

Ο Beaton αρχίζει την εξιστόρησή του με το ερώτημα «ποιοι είναι οι Ελληνες». Διευκρινίζει ότι τον ενδιαφέρουν οι Ελληνες ως μέλη του έθνους-κράτους που αναδύθηκε μέσα από την Επανάσταση του 1821 και εν συνεχεία πορεύτηκε στην ιστορία. Η γενεαλογία αυτών των Ελλήνων είναι ένας συγκερασμός της ανακάλυψης εκ νέου της Αρχαίας Ελλάδας και του βυζαντινού ανατολικού παρελθόντος. Γι’ αυτό και θεσμικά χρησιμοποιείται η αρχαιοελληνική κληρονομιά της ελληνικής δημοκρατίας και του Ελληνα πολίτη, ενώ στον εν γένει τρόπο ζωής τονίζονται η ιδιότητα του Ρωμιού και τα στοιχεία μιας ανατολικής κουλτούρας.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει τη «βιογραφία» του μένοντας πιστός στον κυρίαρχο εγχώριο ιστορικό κανόνα. Η περιοδολόγησή του ξεκινά με την ανακάλυψη της Ελλάδας τον 18ο αιώνα από τη Δυτική Ευρώπη και τους περιηγητές διανοουμένους της, αλλά και από τους Ελληνες λογίους, και συνεχίζεται, τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων Πολέμων, με τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και την προοπτική πλέον της αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού. Στέκεται ιδιαίτερα στο έργο, αλλά και στις διαφορές των Ρήγα Φεραίου και Αδαμάντιου Κοραή και φυσικά στην ίδρυση και το πολιτικοϊδεολογικό περίγραμμα της Φιλικής Εταιρείας.

Η δεκαετία της Επανάστασης του 1821, με την αιματηρή της βία και τα βασικά της συμβάντα, είναι για τον Beaton κομβική για τη συγκρότηση του νεοελληνικού έθνους-κράτους. Δεν υποκύπτει όμως στην τρέχουσα λαϊκή ανάγνωση της Ελληνικής Επανάστασης ως έργου μόνον των καπεταναίων, αλλά αναδεικνύει και τις τεράστιες προσπάθειες των πολιτικών, όπως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, για τη διεθνοποίησή της αλλά και για την οργάνωση ενός ευρύτερου κράτους πέρα από τα στενά τοπικιστικά όρια των αρματολών.

Με αφορμή δε την Επανάσταση και τα συμβάντα της, διατυπώνει και το ερμηνευτικό του σχήμα για τη μέχρι τώρα διαδρομή της Ελλάδας. Σύμφωνα με αυτό, η νεότερη ελληνική ιστορική διαχρονία χαρακτηρίζεται από τη διαρκή σύγκρουση των φορέων των εκσυγχρονιστικών αντιλήψεων για την ενοποίηση και τη συγκρότηση του κράτους και των πολιτικών και θεωρητικών απογόνων τους με τους παραδοσιοκράτες τοπικιστές και τους οπαδούς της «ένδοξης αυτάρκειας».

Τα επόμενα κεφάλαια αφορούν τις μετεπαναστατικές περιόδους και τις προσπάθειες, με επιτυχίες και αποτυχίες, να συγκροτηθεί πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά το νέο βασίλειο. Και βέβαια τη διαμόρφωση της εθνικής ιστορικής αφήγησης της συνέχειας, με τον Ζαμπέλιο αρχικά και κυρίως με τον Παπαρρηγόπουλο, αλλά και τη γέννηση της Μεγάλης Ιδέας, η οποία καθοδήγησε για δεκαετίες την πολιτική του Ελληνικού Βασιλείου.

O Beaton επικεντρώνει αρκετά τη ματιά του στα όσα καθοριστικά συνέβησαν το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα και κυρίως στη σφοδρότατη σύγκρουση μεταξύ του Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου, που προσέλαβε διαστάσεις εμφύλιου πολέμου, σφράγισε όλη αυτήν την περίοδο και κατέληξε τελικά, παρά τη μεγάλη εδαφική επέκταση της χώρας, στη Μικρασιατική Καταστροφή και στον οριστικό ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας.

Τα επόμενα χρόνια, μέχρι τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, παρά την εμφάνιση και της κομμουνιστικής Αριστεράς, θεωρεί ότι αναπαράγονται οι συνέπειες του εθνικού διχασμού. Ευφυώς συνεισφέρει στην ερμηνεία της πολιτικής και πολιτειακής κρίσης της περιόδου και τον ανταγωνισμό για τις θέσεις στο στράτευμα των αντιμαχόμενων βενιζελικών και αντιβενιζελικών υπεράριθμων αξιωματικών. Η εμφυλιακή δεκαετία 1940-1950 είναι επίσης κομβική για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας.

Ο Beaton δέχεται ότι μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τη γερμανική εισβολή το δικτατορικό βασιλικό κράτος κατέρρευσε και ότι στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας της ΕΑΜικής αντίστασης υπήρξε η προσπάθεια δημιουργίας νέου τύπου θεσμών ριζικά διαφορετικών από το παρελθόν. Αναδεικνύει τη νέα πολιτική διαίρεση και την έκρηξη της βίας που εγκαθιδρύθηκαν, με τον έναν πόλο τους να οργανώνεται γύρω από το ΚΚΕ, τη στρατηγική του οποίου όλη αυτήν την περίοδο προσπαθεί να κατανοήσει σοβαρά, παρά τη χρήση μιας μονομερούς σχετικά βιβλιογραφίας. Εξαιρετικά ενδιαφέρων είναι ο συλλογισμός του, με αναφορές στην ομιλία του Βελουχιώτη στη Λαμία, για τον παράδοξο σεβασμό της τότε Αριστεράς στην κοινή ταυτότητα των Ελλήνων.

Την επόμενη περίοδο η Ελλάδα είναι ένα αντικομμουνιστικό κράτος, σχεδόν υποτελές στις ΗΠΑ, με την κομμουνιστική Αριστερά στην παρανομία και με προβλήματα στη λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά και με μια εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη. Ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στο κυπριακό ζήτημα και στις επιπτώσεις του, ενώ παρακολουθεί την αλληλουχία των γεγονότων που κατέληξαν στη δικτατορία του 1967 και στην κατάρρευσή της, αργότερα, με τραγικό τίμημα.

Τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου είναι αφιερωμένα στην περίοδο της μεταπολίτευσης και φτάνουν μέχρι την κρίση του 2009 και τη μνημονιακή της αντιμετώπιση. Ο Beaton αναδεικνύει τις επιτυχίες της περιόδου, όπως την πλήρη εμπέδωση της δημοκρατίας, την αντοχή των θεσμών και την ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, την καθοριστική παρουσία του ΠΑΣΟΚ και των πολιτικών του, τη θεαματική άνοδο του βιοτικού επιπέδου και τον εν γένει εκσυχρονισμό της χώρας, για τον οποίο εξαίρει τη συμβολή του Κώστα Σημίτη.

Παράλληλα όμως αναδεικνύει και τις παθογένειες, όπως τον κομματισμό, την επέκταση του κράτους, τον μεγάλο εξωτερικό δανεισμό, την τρομοκρατία, τον εγκλωβισμό στις ταυτοτικές-εθνοτικές βαλκανικές διενέξεις και, κυρίως, την καθοριστική οικονομική κρίση και τις τεκτονικές αλλαγές που επέφερε, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη γιγάντωση και την άνοδο στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ. Η χώρα όμως και οι θεσμοί της άντεξαν, παρ’ όλους τους κλυδωνισμούς, και παρέμεινε προσδεδεμένη στην Ευρώπη.

Ο Beaton, στη βιογράφηση του ελληνικού έθνους, δεν μένει μόνο στην αφήγηση των γεγονότων αλλά επιχειρεί να τα ερμηνεύσει και να αναδείξει τους προβληματισμούς και τις ιδεολογικοπολιτικές συγκρούσεις που έλαβαν χώρα γύρω από αυτά. Συνειδητά δε, σχεδόν δεν αναλύει καθόλου το κοινωνικό υπόστρωμα των ιστορικών γεγονότων.

Αντίθετα, τονίζει τη διανοητική-ιδεολογική παραγωγή διαφόρων περιόδων και τη συμβολή της στην περαιτέρω συγκρότηση της εθνικής κουλτούρας και συνείδησης. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στα δημοτικά τραγούδια, στη Γενιά του ’30, στα ρεμπέτικα, στη μελοποίηση των μεγάλων ποιητών, στην πολιτιστική άνθηση στην πρόσφατη εποχή της κρίσης. Παραδόξως όμως φαίνεται να υποτιμά το φαινόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στη διαμόρφωση της εθνικής αυτοσυνειδησίας στα προεπαναστατικά χρόνια.

Από τη συνολική εξιστόρηση του Beaton προκύπτει αβίαστα ότι η Ελλάδα, που υπήρξε ο σκαπανέας της μετάβασης από την Ευρώπη των αυτοκρατοριών στην Ευρώπη των εθνών, ήταν και θα είναι, όπως και «αν την κατανοούμε ή την παρανοούμε», μέρος της σύγχρονης ταυτότητας της Ευρώπης.

Η μετάφραση του Μενέλαου Αστερίου συνεισφέρει με τον καλύτερο τρόπο στην πρόσληψη του ύφους και του περιεχομένου του βιβλίου.