«Ολη η Ελλάδα Ενας Πολιτισμός», σήμα κατατεθέν ενός καλοκαιριού που παίζει κρυφτούλι με τον κορονοϊό, παραστάσεις, δηλαδή, σε αρχαιολογικούς χώρους, οι περισσότερες βασισμένες σε μεγάλα, σοβαρά κείμενα. Και, ξαφνικά, να σου κι ένας Τσιφόρος. Μα τι ωραία ιδέα! Δεν θα μπουκάρουν, βέβαια, τα Παιδιά της Πιάτσας στα μάρμαρα, αλλά έχει γράψει για Τιτάνες και Θεούς με τόσο χιούμορ και πνεύμα, που δεύτερος δεν υπάρχει.
Το ογκώδες έργο του «Ελληνική Μυθολογία» είναι η βάση της παράστασης του Θεάτρου Τέχνης «Ρεμπέτικο Αρχαιοελληνικό Συμπόσιο», που θα παιχτεί σε Ρωμαϊκή Αγορά και Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά. Ο σκηνοθέτης και διασκευαστής Βασίλης Μαυρογεωργίου, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, επέτρεψε σε μια ρεμπέτικη κομπανία να παρεισφρήσει δυναμική στο θέαμα, να πάρει στους ώμους της τις ιστορίες του Τσιφόρου και να τις πει διανθισμένες με πολλά τραγουδάκια.
Οταν του λέμε πόσο σκληρή δουλειά μάς φαίνεται, γελάει. «Κάποια στιγμή, πριν ξεκινήσω τη διασκευή, κρατούσα στα χέρια μου αυτό το τούβλο των 800 σελίδων και σκεφτόμουν, “Παναγία μου, τι θα κάνω;”. Οταν, όμως, ξεκίνησα τη δουλειά και αργότερα στις πρόβες ήταν η πιο ευχάριστη διαδικασία».
Η ιδέα της παράστασης πάει αρκετά πίσω, την είχε η Μαριάννα Κάλμπαρη, ο ίδιος δεν ήθελε και πολλά. Τσίμπησε αμέσως. «Λατρεύω τον Τσιφόρο», λέει. «Θεωρώ ότι τα “Παιδιά της Πιάτσας” είναι αριστούργημα, οτιδήποτε δικό του διάβαζα, έμενα με το στόμα ανοιχτό. Αλλά, παρότι ο κόσμος τον αγαπάει, παρά την αναγνώριση που είχε στην εποχή του, πιστεύω ότι ήταν και λίγο αδικημένος – κάποιοι τον σνόμπαραν, δεν τον θεωρούσαν αρκετά λόγιο. Κι όμως είναι τρομερά καλλιεργημένος. Είχε, όμως, την ταπεινότητα να μη θέλει να το παίξει έξυπνος. Και την ανάγκη να μιλήσει μέσα από μια απλή γλώσσα για πολύ σημαντικά πράγματα: για την πολιτική, για την κοινωνική ανισότητα, θέματα που μας αφορούν πάντα».
Η «Ελληνική Μυθολογία» γράφτηκε ανάμεσα σε ‘50 και ‘60 για να δημοσιευτεί σε συνέχειες σε εφημερίδα. Με αποτέλεσμα να έχει, όπως λέει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, μια ενδιαφέρουσα αίσθηση «πολιτικής επικαιρότητας», που την άφησε να λειτουργήσει χωρίς ιδιαίτερες υπογραμμίσεις. Οσο για την «αποσπασματικότητα» των κειμένων, δεν τον τρόμαξε, γιατί υπάρχει εν τέλει «αρχή, μέση και τέλος» και το κυριότερο, ένας ισχυρός άξονας. Με το Δωδεκάθεο ασχολείται κυρίως ο Τσιφόρος. Και όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης, διαπερνά το έργο του «μια ματιά που εκτός από τρομερά χιουμοριστική, είναι και βαθύτατα πολιτική. Οι Θεοί δεν λυπούνται κανέναν, δεν βάζουν τίποτα μπροστά στα δικά τους συμφέροντα. Οπως όλοι οι ισχυροί, μπορεί να σου κάνουν τον καλό όταν σε έχουν ανάγκη, αλλά μετά σε πετάνε στο καλάθι των αχρήστων. Γενικά, κάνει μια κριτική της θρησκείας, του πόσο έτοιμοι είναι οι άνθρωποι να υποταχτούν σε δοξασίες, του πόσο γρήγορα μπορεί ένας μύθος να μετατραπεί σε αλήθεια, μόνο και μόνο επειδή εξυπηρετεί κάποια συμφέροντα».
Στην «Ελληνική Μυθολογία», ο Νίκος Τσιφόρος πιάνει τα πάντα, από την Τιτανομαχία και τον ορεξάτο Κρόνο μέχρι την παραμικρή ερωτική ατασθαλία του Δία. Τις «γκόμενές» του, που μετά τις παραλάμβανε η Ηρα να τις ταλαιπωρήσει και αυτός τις αποζημίωνε κάνοντάς τες αστερισμούς. Γελάει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου θυμίζοντάς μας μια φράση του κειμένου: «Το να είσαι αστερισμός εκείνη την εποχή ήταν σαν να παίρνεις μια καλή σύνταξη».
Ολα αυτά τα πολύ αστεία αλλά και σοβαρά αναλαμβάνουν να τα περάσουν στο κοινό εφτά ηθοποιοί, ο καθένας με το όργανό του. Η μορφή της ρεμπέτικης κομπανίας, που επέλεξε ο σκηνοθέτης, απαιτούσε καστ ειδικών προσόντων, «ηθοποιούς που να παίζουν όργανα και, μάλιστα, σε επαγγελματικό επίπεδο», όπως λέει. Τζουράς, μπαγλαμάς, μπουζούκι, κιθάρα, ακορντεόν, ντέφι. «Ξέρουν τόσο καλά μουσική και τα συγκεκριμένα ρεμπέτικα τραγούδια της παράστασης, που στις δοκιμές λένε μεταξύ τους ένα απλό “παίζουμε αυτό; Πάμε” και δεν χρειάζονται ούτε πρόβα ούτε τίποτα. Μια κι έξω». Ο Γιώργος Φουντούκος, που έχει τη μουσική επιμέλεια, διάλεξε πολύ γνωστά ρεμπέτικα, όπως του Τσιτσάνη και του Βαμβακάρη, αλλά κινήθηκε και σε πιο παλιά και λιγότερο γνωστά, «πολύ νόστιμα, όμως, που συνδέονται πολύ με τις ιστορίες του Τσιφόρου», βεβαιώνει ο σκηνοθέτης.
Η ρεμπέτικη κομπανία, όταν δεν τραγουδάει, συμπεριφέρεται σαν χορός αρχαίου δράματος. «Το κείμενο πότε το παίρνει κάποιος που μοιάζει με κορυφαίο, μετά παρεμβαίνουν κι άλλες φωνές, υπάρχουν και κομμάτια που τα μοιράζονται πολλοί, σπάνε, δηλαδή, σε φράσεις», εξηγεί. «Το καλό είναι ότι το κείμενο είναι τόσο καθαρό σ’ αυτό που θέλει να πει, που σε πάει μόνο του, απλώς το ακολουθείς». Στην ίδια αισθητική γραμμή και τα κοστούμια (του Νίκου Μαραμαθά). «Μας ζόρισαν λίγο, γιατί θα μπορούσαν να πάνε προς δύο κατευθύνσεις», λέει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου. «Στο απόλυτα αρχαιοελληνικό, που ίσως γινόταν κιτς. Και στο ρεμπέτικο στιλ, που θα μπορούσε να φανεί βαρύ. Καταλήξαμε σε κάτι ενδιάμεσο, που θυμίζει το ρεμπέτικο κοστούμι, αλλά με χρώματα και ωραία υφάσματα, ένα ρούχο που βλέπουμε συχνά στον Αριστοφάνη και μιλάει για τους Ελληνες και τους ανθρώπους όλων των εποχών».
Η παράσταση προετοιμάζεται με προσήλωση στα πρωτόκολλα. «Διαλέξαμε και μια φόρμα που βοηθάει, στις πρόβες οι ηθοποιοί δεν χρειάζεται να είναι κοντά», λέει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, ενώ θα έχουν και λιγότερες θέσεις από τις προβλεπόμενες. Είναι ενθουσιασμένος με τους δύο αρχαιολογικούς χώρους που θα τη φιλοξενήσουν, «έχουν τρομερή δύναμη στο να βοηθάνε τη φαντασία του θεατή».
?Ιnfo: 19 και 20 Αυγούστου στη Ρωμαϊκή Αγορά, 5 και 6 Σεπτεμβρίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά. Στις 9 μ.μ. Παίζουν: Παυλίνα Ζάχρα, Μιχάλης Κουτσκουδής, Πέτρος Μάλαμας, Ιωάννα Μαυρέα, Μαριλένα Μόσχου, Σωτήρης Τσακομίδης, Γιώργος Φουντούκος. Οι παραστάσεις προσφέρονται δωρεάν από το ΥΠΠΟ. To μόνο αντίτιμο είναι η είσοδος στον χώρο, όπου υπάρχει. Υποχρεωτική η προκράτηση θέσης.
