Η αντιπολίτευση φαγώθηκε ότι οι μάσκες είναι δουλειά του κράτους. Τελικά η κυβέρνηση ενέδωσε. Το κράτος ανέλαβε τις μάσκες στα σχολεία, με έξοδα των ίδιων των φορολογουμένων. Το κράτος απέτυχε να διαχειριστεί την υπόθεση.
Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς υπό το κυβερνητικό αξίωμα ότι «το κράτος αποτυγχάνει όταν ανακατεύεται με πράγματα της αγοράς». Οι γονείς έντρομοι άρχισαν να μετρούν τα κεφάλια των παιδιών τους για να διαπιστώσουν αν είναι ή όχι μικρομούρικα ή αν οι μάσκες είναι πράγματι αλεξίπτωτα. Μερικοί άρχισαν να αναρωτιούνται αν τα παιδιά θα μπορούν να σκαλίζουν τη μύτη τους με τις μάσκες.
Εισέβαλε και ο σουρεαλιστής Ρενέ Μαγκρίτ στο παράλογο με τον περίφημο πίνακά του «Οι εραστές» (Les Amants, 1928), όπου οι μορφές που ανταλλάσσουν φιλί είναι κρυμμένες ολοσχερώς πίσω από αινιγματικά λευκά πέπλα – κάτι σαν τις τεράστιες μάσκες δηλαδή.
Η πιο πανούργα διακωμώδηση ήταν με τη φωτογραφία του κομαντάντε Μάρκος με την πίπα του να βγαίνει από την ολοπρόσωπη μάσκα – πράγμα που από τους αινιγματικούς «Εραστές» μάς πηγαίνει στο άλλο, επίσης διάσημο, έργο του Μαγκρίτ «Η προδοσία των εικόνων» (1928-29) με την πίπα και τη λεκτική υπόμνηση «Αυτό δεν είναι μία πίπα».
Ο Μαγκρίτ εννοούσε, λένε οι ειδικοί, ότι επρόκειτο για αναπαράσταση μιας πίπας. Αναρωτιέμαι αν η κυβέρνηση που, με προσβολή του κοινού νου, επιμένει ότι «όλα έγιναν καλώς», στην ουσία κάνει «αναπαράσταση καλής πολιτικής» αδυνατώντας να ασκήσει μια συγκεκριμένη καλή πολιτική – μια πολιτική για την παιδεία σε συνδυασμό με τη δημόσια υγεία. Αν απλώς μεταμορφώνει το παράλογο σε πολιτική.
