Τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα επιστήμονες άρχισαν να προβληματίζονται έντονα από την εμφάνιση στη Βόρεια Θάλασσα μικρών φυκιών-φυτοπλαγκτόν, που μέχρι τότε γνώριζαν πως υπήρχαν σε θάλασσες της Ασίας.
Η επιστημονική ονομασία αυτού του φυτοπλαγκτόν, που αναπτυσσόταν περισσότερο στα τέλη του καλοκαιριού-αρχές του φθινοπώρου, ήταν Odontella (Biddulphia Sinensis) και η εμφάνισή του αναφέρθηκε για πρώτη φορά το 1903. Ωστόσο, μελετητές υποστηρίζουν ότι το «Odontella Sinensis ήρθε στην Ευρώπη από την Απω Ανατολή το 1889» και εξαπλώθηκε στο ευρωπαϊκό νερό, όπου έγινε, σταδιακά, συστατικό της χλωρίδας.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1931, στα βρετανικά και ιρλανδικά εσωτερικά ύδατα καταγραφόταν, για πρώτη φορά, ένα μικρό θαλάσσιο αμφίποδο που μοιάζει με γαρίδα –η επιστημονική ονομασία του είναι Gammarus tigrinus– και ήταν γνωστό ότι ενδημούσε σε ποταμίσια («γλυκά» νερά) έως υφάλμυρα νερά της ανατολικής ακτής της Βόρειας Αμερικής, για να εξαπλωθεί, με τα χρόνια, στη Βαλτική (1975) και να φτάσει μέχρι τη λιμνοθάλασσα του ποταμού Βιστούλα στην Πολωνία (2000).
Ωστόσο, μόλις το 1955 οι επιστήμονες άρχιζαν να εξετάζουν πιο προσεκτικά το ενδεχόμενο αυτές οι «μεταναστεύσεις» διαφόρων ειδών να γίνονται μέσα από το έρμα των πλοίων, ενώ από τη δεκαετία του 1970 η επιστημονική κοινότητα άρχισε να το τεκμηριώνει.
Ομως χρειάστηκαν 40 χρόνια για να ξεπεραστούν, πρωτίστως, τα εμπόδια που έβαζε το πανίσχυρο διεθνές εφοπλιστικό λόμπι, να φτάσουμε στις 13 Αυγούστου 2020 και να μετράμε 83 κράτη-μέλη του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΔΝΟ-ΙΜΟ), που αντιπροσωπεύουν το 90,98% της ακαθάριστης χωρητικότητας της παγκόσμιας εμπορικής ναυτιλίας και δεσμεύονται για την εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για τον Ελεγχο και τη Διαχείριση του έρματος των πλοίων και ιζημάτων (BWM).
Η διαδικασία της μεταφοράς θαλασσινού νερού ως έρματος από το ένα μέρος του πλανήτη στο άλλο αποδείχτηκε εξαιρετικά καταστροφική για το θαλάσσιο περιβάλλον.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό και συγχρόνως ενδεικτικό της σοβαρότητας του προβλήματος ήταν, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, η μεταφορά μέσω του έρματος των πλοίων της ασιατικής χολέρας από το Μπαγκλαντές προς την Κεντρική και τη Νότια Αμερική, προκαλώντας περίπου 10.000 θανάτους στον Παναμά.
Αργότερα, καταγράφηκαν άλλα καταστροφικά περιστατικά όπως:
1) Τη δεκαετία του 1990 η εισβολή μεδουσών από τα νερά της Βόρειας Αμερικής στον Εύξεινο Πόντο και στη Θάλασσα του Αζόφ, συμβάλλοντας σημαντικά στην κατάρρευση της αλιείας.
2) Η εισβολή των «χρυσών μυδιών» από τη Θάλασσα της Κίνας στην Αμερική. Τα μύδια αυτά «καταλαμβάνουν» τις σκληρές επιφάνειες, μπλοκάρουν τους σωλήνες εισαγωγής νερού και τους σωλήνες άρδευσης και προκαλούν σοβαρά προβλήματα ρύπανσης σε υποδομές και πλοία. Το οικονομικό κόστος που προκλήθηκε μόνο στις ΗΠΑ μεταξύ 1989 και 2000 υπολογίζεται από 750 εκατομμύρια έως 1 δισεκατομμύριο δολάρια!
Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι ο ερματισμός είναι μια δομική λειτουργία των πλοίων προκειμένου να εξασφαλίζεται η ευστάθεια και η καλή πλευστότητα όταν ταξιδεύουν χωρίς φορτίο. Στο πολύ μακρινό παρελθόν τα πλοία χρησιμοποιούσαν ως έρμα πέτρες, μεταλλικά αντικείμενα, σακιά άμμου κ.λπ. Ομως τα σύγχρονα πλοία γεμίζουν με θαλασσινό νερό ειδικές δεξαμενές, σχεδιασμένες για να επιτυγχάνεται η σταθερότητα των πλοίων, το οποίο αδειάζουν όταν φτάνουν στο λιμάνι φόρτωσης.
Υπολογίζεται ότι κάθε πλοίο χρειάζεται σε έρμα θαλασσινό νερό βάρους που να αντιστοιχεί περίπου στο 30-50% της μεταφορικής ικανότητάς του (DWT). Για παράδειγμα, τα επιβατηγά πλοία χρειάζονται περίπου 3.000 κυβικά μέτρα θαλασσινό νερό ως έρμα ενώ ένα μεγάλο δεξαμενόπλοιο, μήκους 330 μέτρων (VLCC) χρειάζεται και 95.000 κυβικά μέτρα θαλασσινού νερού για να πλεύσει με ασφάλεια όταν είναι κενό φορτίου.
Λαμβάνοντας υπόψη την παγκόσμια ναυτιλιακή κίνηση, υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο μεταφέρονται περισσότεροι από 10 δισεκατομμύρια τόνοι έρματος σε όλο τον κόσμο. Καθώς ένα κυβικό μέτρο θαλασσινού νερού περιέχει περίπου 50.000 διαφορετικούς μικρο-οργανισμούς, είναι προφανές ότι αυτή η διαδικασία υποδαυλίζει τη μεταφορά από τόπο σε τόπο δισεκατομμυρίων οργανισμών, προκαλώντας προβλήματα με μεγάλο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό αντίκτυπο στις τοπικές κοινωνίες.
Ειδικά για τη Μεσόγειο, πρόσφατες μελέτες αναφέρουν ότι έχουν εντοπιστεί 130 είδη οργανισμών που μεταφέρθηκαν από τα πλοία. Η πλειονότητα αυτών των ειδών προέρχεται από τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, διαταράσσοντας σοβαρά την ισορροπία του θαλάσσιου οικοσυστήματος.
Η σοβαρότητα του θέματος προκάλεσε από τη δεκαετία του 1980 διεθνή κινητικότητα και έφερε στο προσκήνιο της παγκόσμιας προσπάθειας τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ-ΙΜΟ), που είναι όργανο του ΟΗΕ και έχουν λόγο, εκτός από τα κράτη-μέλη, διεθνείς εφοπλιστικές ενώσεις, οργανισμοί κ.ά.
Ομως, τελικά, το θέμα αυτό έμελλε να γίνει κορυφαίο παράδειγμα της αναποτελεσματικότητας και της καθυστέρησης στη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο IMO, όπου οι Ελληνες εφοπλιστές, συνεπικουρούμενοι από όλες τις κυβερνήσεις, επιδιώκουν, πάση θυσία, να λαμβάνονται εκεί όλες οι αποφάσεις για τη ναυτιλία.
Η πρώτη συζήτηση έγινε το 1991, στο πλαίσιο της Επιτροπής Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος του ΙΜΟ, όπου εγκρίθηκε ένα ψήφισμα οδηγιών για την «αποτροπή της εισαγωγής ανεπιθύμητων υδρόβιων οργανισμών και παθογόνων από το νερό έρματος των πλοίων και τις απορρίψεις ιζημάτων».
Το θέμα ίσως να «έκλεινε» εκεί εάν τον επόμενο χρόνο (1992) η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (UNCED), που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, δεν θεωρούσε το ζήτημα «μείζονα διεθνή ανησυχία».
Ετσι, τον Νοέμβριο του 1993, η συνέλευση του ΙΜΟ, το ανώτερο όργανο του Οργανισμού, αναγκάστηκε να εγκρίνει ψήφισμα ζητώντας από τις επιτροπές του να επανεξετάσουν τις γενικόλογες κατευθύνσεις του 1991 και να προχωρήσουν στη διαμόρφωση διεθνών εφαρμοστέων, νομικά δεσμευτικών διατάξεων.
Από τότε χρειάστηκαν, συνολικά, 11 χρόνια μέχρι να διαμορφωθεί η Διεθνής Σύμβαση για τον Ελεγχο και τη Διαχείριση του έρματος των πλοίων και των ιζημάτων (BWM), που εγκρίθηκε τον Φεβρουάριο του 2004 στο Λονδίνο από Διπλωματική Διάσκεψη και προέβλεπε την έναρξη εφαρμογής της το 2017!
Ακόμα… καλύτερα, η συμμόρφωση με τα πιο αυστηρά πρότυπα (D-2) που έχουν τεθεί προβλέπεται ότι θα πρέπει να έχει γίνει έως τις 8 Σεπτεμβρίου 2024!
Γιατί τόσο μεγάλες καθυστερήσεις; Επίσημα, οι εφοπλιστικές ενώσεις προέβαλαν, κατά καιρούς, διάφορους ισχυρισμούς, αρχικά ότι δεν ήταν σαφές ποια συστήματα καθαρισμού του έρματος θα γίνουν παγκοσμίως αποδεκτά, η ανάγκη εκπαίδευσης των πληρωμάτων κ.ά.
Στο παρασκήνιο, όμως, λέγεται ότι οι εφοπλιστές επιδιώκουν να αποφύγουν να δώσουν από 1 έως 5 εκατομμύρια δολάρια για την εγκατάσταση του αναγκαίου συστήματος σε κάθε πλοίο.
Για αυτό, σιωπηρά, μεταφέρεται αυτή η υποχρέωση στα νεότευκτα πλοία, τα οποία θα (πρέπει να) έχουν τέτοια συστήματα από κατασκευής.
Το γεγονός, πάντως, είναι ότι τον περασμένο Μάιο η απόφαση της Κίνας να επεκτείνει από τις 13 Αυγούστου τη Σύμβαση BWM στην Ειδική Διοικητική Περιοχή του Χονγκ Κονγκ, αυξάνει σε 83 τα κράτη-μέλη του IMO που έχουν δεσμευτεί για την εφαρμογή της.
Αρα, έστω και αργά υπάρχει ελπίδα για το θαλάσσιο περιβάλλον…
Τα 10 πιο επεμβατικά υδρόβια είδη (IAS)
▶ Χολέρα (Vibrio cholera)

Οι λιμενικές περιοχές κοντά στις εκβολές των ποταμών αποτελούν το κύριο σημείο αναπαραγωγής για τα βακτήρια της χολέρας, ειδικά σε χώρες όπου η υγιεινή είναι κακή και το νερό έχει μολυνθεί σε μεγάλο βαθμό με ακατέργαστα λύματα. Τα βακτήρια V. χολέρας προσκολλώνται στις επιφάνειες πλαγκτονικών ζώων όπως κοποπόδια (ένας τύπος μικρού καρκινοειδούς) και άλλα ζωολογικά πλαγκτόν, ιδιαίτερα σε τροπικές χώρες, καθώς και σε οστρακοειδή και υδρόβια φυτά. Με την προσκόλλησή τους τα βακτήρια μπορούν να εισέλθουν στο έρμα και να μεταδοθούν σε νέες περιοχές σε όλο τον κόσμο. Σε περίπτωση κατάποσης σε πόσιμο νερό, τα στελέχη O1 και O139 των βακτηρίων μπορούν να προκαλέσουν χολέρα στον άνθρωπο.
▶ «Ψύλλοι νερού» (Cladoceran Cercopagis pengoi)

Ενδημούν στη Μαύρη, στην Αζοφική και στη Κασπία Θάλασσα. Διαπιστώθηκε ότι εισήχθησαν στη Βαλτική θάλασσα και αυτό οδήγησε τους επιστήμονες των ΗΠΑ και του Καναδά να ανησυχούν όλο και περισσότερο για τον πολλαπλασιασμό τους στις λίμνες και στα ποτάμια της Βόρειας Αμερικής. Το είδος έχει ήδη καθιερωθεί στη λίμνη Οντάριο και σε μερικές από τις άλλες μεγάλες λίμνες, εξαπλώθηκε λόγω της κυκλοφορίας σκαφών αναψυχής και στο νερό έρματος. Αναπαράγεται και σχηματίζει πολύ μεγάλους πληθυσμούς που κυριαρχούν στην κοινότητα του ζωοπλαγκτού και φράζει τα δίχτυα και τις τράτες, με σχετικές οικονομικές επιπτώσεις.
▶ Κινέζικο καβούρι (Eiocheir sinensis)

Βρίσκεται στα ποτάμια της Κίνας και της Κορέας και στις εκβολές τους, γι’ αυτό και συχνά ονομάζεται: κινέζικο «γάντι» καβούρι. Το συγκεκριμένο καβούρι γίνεται θήραμα για τα ιθαγενή ψάρια και τα ασπόνδυλα είδη, πολλά από τα οποία εξαφανίζονται και έτσι επηρεάζει τις αλιευτικές δραστηριότητες. Εχει εντοπιστεί στην περιοχή του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, στο δέλτα του ποταμού του, και αυτό αποδίδεται στο νερό έρματος των πλοίων-εμπορευματοκιβωτίων που εκτελούν μεταφορές μεταξύ της Κίνας και των λιμανιών της δυτικής ακτής των ΗΠΑ. Η Γερμανία έχει κάποιο πληθυσμό καβουριών-γάντι, που πιστεύεται ότι είχε μεταφερθεί από την Κίνα στο νερό έρματος των πλοίων κατά τη δεκαετία του 1900. Τα ίδια καβούρια έχουν επίσης παρατηρηθεί στον ποταμό Clyde της Σκοτίας, στον ποταμό Τάμεση στο Λονδίνο, στις Μεγάλες Λίμνες και στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, αν και οι πληθυσμοί δεν φαίνεται να έχουν γίνει μόνιμοι σε αυτές τις περιοχές. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο αριθμός των καβουριών-γάντι μειώνεται στην ανατολική Κίνα, όπου θεωρείται λιχουδιά, λόγω της υπεραλίευσης.
▶ Τοξικά φύκια (κόκκινο/καφέ/πράσινο)

Αρκετά είδη έχουν μεταφερθεί σε νέες περιοχές με νερό έρματος πλοίων. Μπορεί να σχηματίσουν επιβλαβείς ανθίσεις φυκιών. Ανάλογα με το είδος, μπορεί να προκαλέσει θανάτωση της θαλάσσιας ζωής μέσω εξάντλησης οξυγόνου, απελευθέρωσης τοξινών ή/και βλέννας. Μπορεί να ρυπάνει παραλίες και να επηρεάσει τον τουρισμό. Ορισμένα είδη μπορεί να μολύνουν τα οστρακόδερμα. Η κατανάλωση μολυσμένων οστρακοειδών από ανθρώπους μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ασθένεια και θάνατο.
▶ Στρογγυλός γοβιός (Neogobius melanostomus)

Είναι ένα ψάρι του βυθού και βρίσκεται τόσο στα γλυκά όσο και στα υφάλμυρα νερά. Το ψάρι είναι εγγενές στα ποτάμια των κρατών της Μαύρης και της Κασπίας Θάλασσας αλλά έχει δημιουργήσει μεγάλους μη ιθαγενείς πληθυσμούς στη Βαλτική Θάλασσα, στον ποταμό Δούναβη και στον Ρήνο. Είναι εξαιρετικά προσαρμόσιμο και επεμβατικό. Ανταγωνίζεται για εξεύρεση τροφή με ιθαγενή ψάρια, συμπεριλαμβανομένων εμπορικά σημαντικών ειδών. Αναπαράγεται πολλές φορές ανά σεζόν και επιβιώνει σε κακή ποιότητα νερού.
▶ Μύδι Ζέβρα ή «Χρυσά μύδια» (Dreissena polymorpha)

Μεταφέρθηκε από τη Μαύρη Θάλασσα στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ιρλανδίας και της Βαλτικής Θάλασσας και στις ανατολικές ακτές της Βόρειας Αμερικής. Εξαπλώνεται σε όλες τις διαθέσιμες σκληρές επιφάνειες. Αντικαθιστά τη φυσική υδρόβια ζωή. Μεταβάλλει τα ενδιαιτήματα, το οικοσύστημα και τον ιστό των τροφίμων. Προκαλεί σοβαρά προβλήματα ρύπανσης στις υποδομές και στα πλοία. Μπλοκάρει τους σωλήνες εισαγωγής νερού και τους σωλήνες άρδευσης. Ο Οργανισμός Προστασίας του Περιβάλλοντος των ΗΠΑ εκτιμά ότι κοστίζει 500 εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο η διαχείριση πληθυσμών μυδιών ζέβρας μόνο στις Μεγάλες Λίμνες. Τα οστρακοειδή πιστεύεται ότι είναι η πηγή της θανατηφόρας δηλητηρίασης από ακάθαρτη τροφή των πτηνών, η οποία έχει σκοτώσει δεκάδες χιλιάδες πουλιά στις Μεγάλες Λίμνες από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.
▶ Μέδουσα Βόρειας Αμερικής (North American comb jelly Mnemiopsis leidyi)

Η μέδουσα πιστεύεται ότι εισήχθη στη Μαύρη Θάλασσα από τις ακτές του Ατλαντικού των ΗΠΑ το 1982. Δυστυχώς, η παρουσία των μεδουσών στην περιοχή, η οποία έκτοτε εξαπλώθηκε στις θάλασσες της Κασπίας και της Αζοφικής, οδηγεί στην απώλεια φυσικής θαλάσσιας ζωής, έχοντας επιπτώσεις ακόμα και σε μεγαλύτερα θηλαστικά. Οι μέδουσες τρώνε τα αυγά και τις προνύμφες των ιθαγενών ψαριών και επίσης τρέφονται με πλαγκτόν, από το οποίο εξαρτώνται τα περισσότερα εμπορικά σημαντικά ψάρια στη Μαύρη Θάλασσα. Καθώς οι αριθμοί ψαριών έχουν μειωθεί, έτσι και οι αριθμοί δελφινιών, και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών εκτιμά ότι η βιομηχανία ιχθυοκαλλιέργειας στη Μαύρη Θάλασσα έχει χάσει περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια σε έσοδα από την άφιξη των μεδουσών. Πρόσφατες αναφορές δείχνουν ότι μέδουσες βρέθηκαν στη δυτική Βαλτική Θάλασσα και κατά μήκος της ακτής της Βόρειας Θάλασσας της Νορβηγίας, πιθανόν με το νερό έρματος από πλοία που ταξιδεύουν από τη Μαύρη Θάλασσα προς τις εκβολές του Ρήνου μέσω της ποτάμιας οδού Ρήνου – Μάιν – Δούναβη.
▶ Αστερίας του Βορείου Ειρηνικού (Asterias amurensis)

Εγγενής στην Ιαπωνία, τη Βόρεια Κίνα, την Κορέα και την ανατολική Ρωσία, έχει εισαχθεί στη νοτιοανατολική Αυστραλία και την Τασμανία. Αναπαράγεται σε μεγάλους αριθμούς, φτάνοντας γρήγορα σε αναλογίες «πανούκλας» σε εισβαλλόμενα περιβάλλοντα. Τρέφεται με οστρακοειδή, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών πολύτιμων οστράκων, στρειδιών και μαλακίων.
▶ Ευρωπαϊκό πράσινο καβούρι (Carcinus maenus)

Από την ευρωπαϊκή ακτή του Ατλαντικού μεταφέρθηκε στη Νότια Αυστραλία, στη Νότια Αφρική, στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ. Εξαιρετικά προσαρμόσιμο και επεμβατικό. Ανταγωνίζεται και μετατοπίζει τα γηγενή καβούρια και γίνεται κυρίαρχο είδος σε περιοχές όπου εισβάλλει. Το πράσινο καβούρι είναι σαρκοφάγο και θηρεύει μύδια, στρείδια και γαστερόποδα. Η εισαγωγή του στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 έχει κοστίσει εκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική αλιευτική βιομηχανία, επειδή το πράσινο καβούρι θηρεύει χτένια και άλλα εμπορικά σημαντικά οστρακοειδή.
▶ Ασιατικό φύκι (Undaria pinnatifida)

Από τη Βόρεια Ασία μεταφέρθηκε σε Νότια Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, δυτική ακτή των ΗΠΑ, Ευρώπη και Αργεντινή. Χρησιμοποιείται πολλές φορές στην ασιατική κουζίνα. Ωστόσο, καθώς αναπτύσσεται και εξαπλώνεται γρήγορα, τόσο φυτικά όσο και μέσω της διασποράς των σπόρων, αντικαθιστά τα φυσικά φύκια και τη θαλάσσια ζωή. Μεταβάλλει τα ενδιαιτήματα, το οικοσύστημα και τον ιστό των τροφίμων. Μπορεί να επηρεάσει τα εμπορικά αποθέματα οστρακοειδών.
?Πηγή: Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (ΙΜΟ)
