ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νύχτα προϊδέαζε για τον επικείμενο καύσωνα. Τον τελευταίο του καλοκαιριού, τον πρώτο του φθινοπώρου. Περπατούσε πολλή ώρα στα ήρεμα στενά, μέσα από δρόμους που κάποτε τους αλώνιζε παιδί. Γυρίζοντας από το σχολείο, κάνοντας βόλτα με φίλες της, «ξεθυμαίνοντας» από αγωνίες, διαλογιζόμενη πάνω σε σχέδια για το μέλλον.

Ορισμένοι δρόμοι φωτίζονταν μόνο από κάποιο μπαλκόνι, όπου οι οικογένειες ετοίμαζαν το βραδινό φαγητό βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση. Περνούσε και κανένα αυτοκίνητο. Ο κόσμος έλειπε. Τελευταίες ημέρες διακοπών.

Από κάποιο κήπο ή βεράντα ερχόταν σε κύματα άρωμα από γιασεμί ή από νυχτολούλουδο. Είχε ιδρώσει, ένιωθε τα ρούχα της να κολλάνε στο δέρμα, σταγόνες να κυλούν από την πλάτη ως τα πόδια, αλλά δεν σταματούσε. Ηταν τόσο γαλήνια όλα, τόσο όμορφα, σαν υπόσχεση για κάτι καλό. Σταμάτησε σε μια διασταύρωση και κοίταξε τον ουρανό. Μισό το φεγγάρι, είχε ανατείλει και πρόβαλε πίσω από τα πεύκα.

Τα ήξερε καλά αυτά τα δέντρα. Της είχαν προσφέρει πολλές φορές σκιά γυρίζοντας από το σχολείο κάποιους παλιούς Ιούνηδες, είχε παίξει και κρυφτό πίσω από τους κορμούς τους.

Προχώρησε λίγο. Πιο πέρα, σε μια παλιά μονοκατοικία, δυο περιποιημένα λιόδεντρα, ασήμιζαν κάτω από το φως μιας λάμπας. Τζιτζίκια ακούγονταν, καλύπτοντας το πιο ταιριαστό για την ώρα τραγούδι του γρύλου. Το σπίτι είχε κλειστά παντζούρια και σβησμένα φώτα. Αυτές οι ελιές δεν ήταν από εκεί. Η πόλη της πεύκα και ακακίες και μερικές λεύκες είχε από παλιά, και αμπέλια, που φύτεψαν για να ζήσουν οι πρόσφυγες που έφτασαν εκεί, κάπου 100 χρόνια πίσω. Και πόσο όμορφη και ψηλή ήταν εκείνη η τζιτζιφιά στην αυλή της γιαγιάς, που μύριζε τόσο γλυκά και ευγενικά τα καλοκαιρινά απογεύματα.

Τις νύχτες, ειδικά τις ήσυχες νύχτες όπως αυτή, αναγνώριζε καλύτερα την πόλη της, αναγνώριζε καλύτερα τον εαυτό της. Τη βοηθούσαν τα δέντρα γι’ αυτό. Που όσο κι αν άλλαζαν τα σπίτια, αυτά, τα περισσότερα, έμεναν στην ίδια θέση. Φύλακες της μνήμης, φύλακες της ζωής των ανθρώπων που τα πότισαν, φύλακες των μυστικών τους.

Πέρασε βιαστικά από την πλατεία με την παιδική χαρά. Κι εκεί δυο πεύκα, τα ίδια που ήξερε από μικρή, κούνησαν τις βελόνες τους. Καμία μέρα με τον ήλιο να μεσουρανεί δεν την είχαν χαιρετήσει έτσι. Εκανε ένα νεύμα με το κεφάλι και προχώρησε. Πόσες σοβαρές συζητήσεις είχε κάνει εκεί, στο παγκάκι, όταν ήταν δεκαπέντε-δεκαέξι ετών.

Πλησίαζε στο σπίτι, κατάκοπη και καταϊδρωμένη. Τα μαλλιά της ήταν μούσκεμα στις ρίζες, αλλά δεν ήθελε να γυρίσει. Πού θα έβρισκε ξανά την ίδια ευκαιρία.

Αλλαξε δρόμο, επέλεξε μια παράκαμψη, και μπήκε σε ένα άλλο στενό, λίγο κατηφορικό. Εκεί υπήρχαν ακόμη πολλές μονοκατοικίες, που μερικές φορές της θύμιζαν παλιές ελληνικές ταινίες. Φωνές και μουσική ακούγονταν από μια σκεπαστή βεράντα, μια παρέα γελούσε δυνατά. Τρία παιδάκια έπαιζαν κρυφτό στην αυλή.

Ξαφνικά έγινε ησυχία. «Ακούστε!» είπε ένας άντρας με δυνατή φωνή. «Το θυμάστε αυτό το τραγούδι;»

Εφτασαν στα αυτιά της σπασμένοι στίχοι: «βγαίνουν κάτι έρημα παιδιά», «τ’ αστέρια που κοιτούν από ψηλά» και «κάνω όρκο μέσα μου βαθιά / να μη ρθω στην πόρτα σου ξανά».

Δεν ήξερε αν η παρέα το θυμόταν το τραγούδι, αλλά εκείνη το ήξερε καλά. Πρέπει να είχε γραφτεί μια τέτοια νύχτα, ίσως σε μιαν αυλή, σε ένα ξύλινο τραπέζι, σε ένα παλιό μπλε τετράδιο. Μπορεί και όχι. Αλλά έτσι της άρεσε να πιστεύει όταν ονειροπολούσε και η νύχτα ήταν πρόσφορη γι’ αυτό.

Περπάτησε κι άλλο, έως την ώρα που πια τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Φτάνοντας στο σπίτι, η μισή εκείνη Σελήνη είχε ανέβει πιο ψηλά και τα πεύκα στον δρόμο δεν την έφταναν πια. Αλλά η εικόνα ήταν τόσο όμορφη: σκούρα δέντρα κάτω από έναν σκούρο αλλά φωτεινό ουρανό. Και ένα τραγούδι σαν νανούρισμα στο βάθος μια βαθιάς παλιάς μνήμης.

* «Γειτονάκι», Ακος Δασκαλόπουλος, Λίνος Κόκοτος, Γιάννης Πουλόπουλος, από τον δίσκο «Οι ώρες»