ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αντόνιο Λ. Αντούνες

«Η επίκληση του ονόματος του Αντούνες προκαλεί τον θαυμασμό, σαν εκείνον που αισθανόμαστε μπροστά σε ένα σπάνιο κόσμημα ή ένα καλοδουλεμένο βιτρό: τον εξαίσιο γάμο της τέχνης και της μαστοριάς. Μια λογοτεχνία ιδιαιτέρως επεξεργασμένη, που με παράδοξο τρόπο κατορθώνει να συλλάβει τον απτό κόσμο», γράφει η «Le Monde» με αφορμή το μυθιστόρημα «Ωσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό» του σπουδαίου Πορτογάλου συγγραφέα Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, που κυκλοφόρησε φέτος και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα. Και είναι αλήθεια πως ο Αντούνες δεν θα αφήσει αδιάφορο ακόμα και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.

Ο κεντρικός ήρωας «μιλά» σαν να σε έχει απέναντί του. Και είναι αποφασισμένος να σου πει τα πάντα, ακόμα κι όταν πρέπει να σου μιλήσει για τις εφιαλτικές νύχτες του, «τις νύχτες που ακούει εκείνους που παραπονιούνται γιατί δεν μπορούν να γίνουν χώμα».

Η πλοκή

Ο ψυχανατόμος των καιρών

ANTONIO LOBO ANTUNES

«Ωσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό»

Εκδόσεις «Πόλις»

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ποια είναι η πλοκή της ιστορίας που μας διηγείται ο μάγος Αντούνες;

«Ενας νεαρός ανθυπολοχαγός, ύστερα από είκοσι επτά μήνες στον πόλεμο της Αγκόλας, επιστρέφει στη μητρόπολη φέρνοντας μαζί του ένα ορφανό παιδί. Θα αναθρέψει τον μικρό μαύρο, ο οποίος επέζησε από την καταστροφή του χωριού του και τη σφαγή των δικών του από τον πορτογαλικό στρατό, σαν να ήταν γιος του. Σαράντα χρόνια αργότερα, ο βετεράνος αξιωματικός και η γυναίκα του θα κάνουν τη διαδρομή από τη Λισαβόνα ώς το παλιό οικογενειακό σπίτι, σ’ ένα απομονωμένο χωριό στους πρόποδες του βουνού. Σε τρεις μέρες, σύμφωνα με την παράδοση, θα γίνουν τα χοιροσφάγια. Οπως κάθε χρόνο, η κόρη τους, ο υιοθετημένος γιος τους και η γυναίκα του θα έρθουν για να παρευρεθούν στο γεγονός. Οταν όμως φτάσει εκείνη η μέρα, δεν θα είναι μονάχα το ζώο που θα αδειάσει από το αίμα του. Στα είκοσι τρία κεφάλαια που αποτελούν το βιβλίο, κι ενόσω πλησιάζουμε στη μοιραία κατάληξη των τριών τελευταίων ημερών, ακούμε διαδοχικά τις φωνές των διαφορετικών μελών της οικογένειας, κυρίως εκείνη του πατέρα, που η Αγκόλα “δεν τον αφήνει”, και του υιοθετημένου γιου του. Ο απόμαχος στρατιωτικός ξαναζεί ακατάπαυστα τις φρικαλεότητες του πολέμου: όλες οι φροντίδες της γυναίκας του, που ωστόσο παλεύει κι αυτή μ’ έναν καρκίνο, και οι ομαδικές ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες στο νοσοκομείο δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Οσο για τον γιο του, αυτός ζει έναν άλλο πόλεμο: διαρκώς αντιμέτωπος με την ταυτότητά του ως “Μαύρου”, έχει να αντιπαλέψει τη γενική εχθρότητα και τον πιο χυδαίο ρατσισμό, ακόμα και από τη μεριά της γυναίκας του, που τον περιφρονεί και τον ταπεινώνει».

Ο θάνατος

Ο Αντούνες θα μας δώσει τον δράστη του μεγάλου εγκλήματος της πατροκτονίας από την δεύτερη σελίδα: «στα χοιροσφάγια, ο μαύρος γιος σκότωσε τον λευκό πατέρα με το μαχαίρι, αλλά το ίδιο μαχαίρι μου φάνηκε πως γι αυτόν ήταν άλλο μαχαίρι πολύ παλιό…». Και όλα ξετυλίγονται αργότερα σαν την άκρη στο κουβάρι μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Τα φαντάσματα ενός φρικιαστικού πολέμου επιστρέφουν τρομάζοντας το παρόν, εμποδίζοντας το μέλλον να υπάρξει. Η διαταγή «– Σκοτώστε σκοτώστε» ακούγεται συχνά μέσα στο βιβλίο και δίνει τον ρυθμό στην αφήγηση των ηρώων. Ναι, ο θάνατος είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής: «– Αν ξεχάσεις την Αφρική, θα καταφέρεις να κοιμηθείς…

Και αν οι πέτρες της μπορούν να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό οι δικές μου όχι, όλα επιστρέφουν διαρκώς, δεν με αφήνουν με καταδιώκουν…» αλλά η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία των πάντων ανάμεσα σε ανείπωτα μυστικά και σε αποκηρυγμένες αναμνήσεις.

Μέσα σε αυτόν τον ανεμοστρόβιλο συναισθημάτων που μας χαρίζει ο Αντούνες η ανθρωπιά ανάγεται στο υπέρτατο ιδανικό που νικά τη βία και απαλύνει την οδύνη. Ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει μαγεμένος αυτόν τον σπάνιας λογοτεχνικής ποιότητας συνδυασμό των μονολόγων και των ενδόμυχων συζητήσεων και είναι σίγουρο πως θα παρασυρθεί από τον χειμαρρώδη λόγο του Αντούνες.

Πολύ εύστοχα έγραψε η «Le Figaro» πως η ανάγνωση της πρόζας του μεγαλύτερου εν ζωή Πορτογάλου συγγραφέα, που είναι επίσης ένας από τους μεγαλύτερους του καιρού του, αποτελεί μια σπάνια εμπειρία, συνταρακτική και ταυτόχρονα συναρπαστική: «[…] εγώ είμαι που φροντίζω τον τάφο του ξαδέρφου της μητέρας μου στο μικρό νεκροταφείο στους πρόποδες του βουνού απ’ όταν εκείνη πέθανε, με τόσα πεύκα να ψιθυρίζουν σιγανά στην πλαγιά και πουλιά και θάμνους στον ήλιο, τόσο γλυκά, τόσο απαλά που σχεδόν ζηλεύεις τους πεθαμένους, εκεί είναι και οι δύο, ο λευκός πατέρας και ο μαύρος γιος, και δυο-τρεις συγγενείς πιο παλιοί που δεν ξέρω καν ποιοι θα μπορούσαν να είναι (ελπίζω να ακούν κι αυτοί τα πεύκα και τους θάμνους ή τουλάχιστον τον άνεμο τη νύχτα που ξυρίζει, ξυρίζει) έχουμε μόνο κάποιες φωτογραφίες τους (πότε έζησαν;) οι κορνίζες τους σπασμένες, στραβοκρεμασμένοι από ένα καρφί στους τοίχους, πλάσματα παλιά που κανείς δεν τους δίνει σημασία (ίσως αυτό που ακούω τη νύχτα είναι εκείνοι που παραπονιούνται γιατί δεν μπορούν να γίνουν χώμα)».

Μαζί με τον Ζοζέ Σαραμάγκου και τον Ζοζέ Καρντόζο Πίρες, ο Αντούνες συμπληρώνει την τριάδα των κορυφαίων σύγχρονων Πορτογάλων συγγραφέων. Ομως ο Αντούνες, ψυχίατρος ο ίδιος, στέκεται με περισσότερο πάθος στην ανίχνευση της ανθρώπινης ψυχής. Ειδικά όταν έρχεται αντιμέτωπη με έναν ηθικά και πνευματικά χρεοκοπημένο κόσμο. Το «Ωσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό» είναι πράγματι όπως αναφέρουν κριτικοί και αναγνώστες από όλο τον κόσμο μια σπάνια εμπειρία, συνταρακτική και ταυτόχρονα συναρπαστική.