Το να διατυπώνεις αυτά που φρονείς στο περιβάλλον σου δεν είναι και από τα πιο αυτονόητα πράγματα σε μια κοινωνία που θεωρεί πως όλοι είμαστε περίπου συγγενείς, άρα για ό,τι αισθάνεσαι, σκέφτεσαι, κοινοποιείς, ώς έναν βαθμό, εκθέτεις ή προδίδεις μια ευρύτερη οικογένεια, ένα νοερό σινάφι, ένα καταγωγικό, ιδεολογικό ή αισθητικό «εμείς».
Γι’ αυτό κάποιες φορές για να αναπνεύσεις, από αυτό το άτυπο, πολυκέφαλο, ασφυκτικό σόι, χρειάζεται ν’ αποκοπείς, ν’ απομακρυνθείς, εν ανάγκη να τσακωθείς μ’ όλους αυτούς που σε θεωρούν μέλος τους, αναπόσπαστο στοιχείο του νευρικού ή αξιακού τους συστήματος.
Ισως εξαιτίας αυτού, όχι και τόσο σπάνια, επιλέγεις την αδιαφορία αυτού του χαοτικού «οικογενειακού» συναγελασμού. Για την ακρίβεια την περιφέρεια της αδιαφορίας. Εξού και στέκεσαι απόμακρα από το επίκεντρο του επαίνου ή του ψόγου του. Κι αμέσως νιώθεις καλύτερα. Ισως πιο ευάλωτος και περιθωριοποιημένος. Αναμφίβολα όμως πιο ανάλαφρος κι αδέσμευτος.
Καθώς τότε ακούς καθαρότερα την ανάσα σου. Αυτά στροβιλίζονται μέσα σου αυτές τις μέρες, μέρες που προσπαθείς να συμφιλιώσεις δυο αντιδιαμετρικές, δυο συγκρουόμενες καταστάσεις: καλοκαίρι και πανδημία. Από τη μια ανεμελιά, εγγύτητα, χαλάρωση, από την άλλη άγχος, απόσταση, αβεβαιότητα.
Καθώς αυτή, η εκ των πραγμάτων αμφίθυμη κατάσταση, επιβαρύνεται περαιτέρω από μια πρόσφατη δημοσκοπική έρευνα. Μια αποτύπωση που καταδεικνύει, προφανώς όχι μόνο σε επίπεδο σημειολογίας, ότι ένας στους δύο συμπολίτες μας, μετά από τόσες απώλειες σε παγκόσμια κλίμακα (κι όχι μόνο σε ανθρώπινες ζωές), είναι πεπεισμένος πως όλη αυτή η δυσοίωνη ιστορία με τον κορονοϊό εντέλει ήταν αποτέλεσμα εργαστηριακού λάθους για την επιβολή μαζικού εμβολιασμού και άλλων ακραίων τινών.
Με μια συνωμοσιολογία, λοιπόν, ξεχνιέμαι―με καλοκαιρινή ή όχι διάθεση.
