Με μια ματιά στον χάρτη αμέσως θα καταλάβεις τον περίπατο που σου προτείνω: πρόκειται για έκπληξη, απ’ αυτές όμως που θα μπορούσες να είχες κι εσύ σκαρφιστεί από καιρό, έστω – ήδη βρίσκεσαι στο σημείο εκκίνησης, γωνία Μαρασλή και Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από την έξοδο του μετρό, στη στάση «Ευαγγελισμός», ξεκίνα! Ετσι κάπως, τακτοποιώντας παλιά τεφτέρια, βρήκα κάποια που με τον καιρό είναι τώρα έτοιμα να καρπίσουν: ψηλά κοιτάζω τον Λυκαβηττό με το πανάρχαιο όνομα, μετρώ τα ανηφορικά μου βήματα, στ’ αλήθεια αυτά που για χάρη μου κάνει η κυλιόμενη σκάλα, τώρα που φύγαμε μοιράζομαι μαζί σου το μυστικό που κάνει την έκπληξη.
Πρώτη στάση η επόμενη γωνία/σταυροδρόμι, Υψηλάντου, αφήνω την πρώτη διαδρομή και διασχίζω για να βρεθώ πάλι σηκωτός στην επόμενη, με τον «Ευαγγελισμό» στο δεξί μου χέρι περνώ το σταυροδρόμι της Καρνεάδου, το επόμενο χαλί με βγάζει στο πιο συνωστισμένο σταυροδρόμι της Αλωπεκής, ένα χαλί ακόμα και είμαστε πια στο ανατολικό άκρο της Πατριάρχου Ιωακείμ, αφήνουμε το μαγικό χαλί και κάνουμε στάση και λογαριασμό.
Είτε μεν θα πάμε συνέχεια την ανηφόρα της Μαρασλή τέμνοντας τη Σπευσίππου, την Ξενοκράτους, τη Δεινοκράτους, την Κλεομένους ώς και στην Αριστίππου κι από κει στο τελεφερίκ, είτε δε θα φτιάξουμε έναν επίπεδο κυλιόμενο τάπητα, όπως στα αεροδρόμια, που θα μας καλύψει από την απαρχή της Πατριάρχου στη Μαρασλή ώς το σταυροδρόμι Πατριάρχου και Πλουτάρχου, όπου θα συναντήσουμε ξανά τις κυλιόμενες σκάλες, τούτη τη φορά επί της Πλουτάρχου, δηλαδή Χάρητος, Σπευσίππου, Ξενοκράτους, Αχαιού, Δεινοκράτους, Κλεομένους, Αριστίππου / κοινή κατάληξη η πλατεία του τελεφερίκ και κυλιόμενες σκάλες τέλος.
Αλλά η επιλογή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη λύση είναι εύκολη, υπερέχει συντριπτικά η πρώτη: το δύσκολο και φευ! ολίγον δύσμορφο κομμάτι της Μαρασλή είναι από τη λεωφόρο ώς την Πατριάρχου, από κει και πάνω είναι στέρφο τσιμέντο. Προφανώς θα χρειαστεί να γεφυρωθεί με οριζόντιο τάπητα το μικρό κομμάτι της Αριστίππου από τη Μαρασλή ώς το τελεφερίκ, αλλιώς ο ταξιδιώτης θα βρεθεί στην τσιμεντένια έρημο, οι παλιές φωτογραφίες βλέπουν την κατάληξη της Μαρασλή, είναι όλο χώμα και θλίψη. Ενώ με την προτεινόμενη λύση, η, έστω, Ανω Μαρασλή μπορεί να γίνει δενδρόφυτη και λουλουδιασμένη, θα χωρούν και παγκάκια.
Η Πλουτάρχου, από την άλλη μεριά, είναι από το ύψος της Ξενοκράτους ώς την πλατεία του τελεφερίκ ολόγεμη με πανέμορφα δέντρα και φυτεμένη κι από τις δυο μεριές από πάνω ώς κάτω, έχει και μια εκτός προγράμματος πλατειούλα, απαρχή της όμορφης οδού Αχαιού (αυτή η ευτυχής οδός έχει και κάτι κηπάρια κι ένα μικρό πηγάδι). Αφήνω για το τέλος του επιχειρήματος τα δυο εθνικά μνημεία που σημαδεύουν τη λαϊκή μας αγορά, το εστιατόριο του Φιλίππου και την περήφανη μαρμάρινη χοντρολαξεμένη στήλη του μακαρίτη διανοούμενου Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ενώ, από τη μεριά της Μαρασλή, η συνάντηση με την Ξενοκράτους διαθέτει μόνο την καλοκρυμμένη (με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει) πλατεία Ντάντε (ναι, καλά το κατάλαβες, αναγνώστη, είναι πίσω από το περίπτερο και η πραμάτεια του καλά την κρύβει). Κι όλο μαζί το λένε αυτό το Ομορφο, είναι αλήθεια πως στο τέλος έχει πλατειούλα με πεζόδρομο, βλέπεις και τη Γεννάδιο.
Σκαρφάλωσες, ταξιδιώτη, χωρίς να το καταλάβεις, βουνό κακοτράχαλο ίσαμε τρεις με τέσσερις πολυκατοικίες, από το σημείο που ξεκίνησες στην πολύβουη λεωφόρο, τα χειρότερα πεζοδρόμια κολλημένα στον «Ευαγγελισμό». Υστερα και καθώς ξεμακραίνεις από το ακραίο περίπτερο που σημαδεύει το τέλος του Ευάγγελου τείχους πέφτεις κατάμουτρα στα ισχυρά λουσάτα μεταλλικά παχύδερμα, τα πούλμαν που στην αγκαλιά τους σφίγγουν το καλό εκπαιδευτήριο που έχτισε ο Μαρασλής για την πατρίδα (ψηφίζουμε κιόλας στο παραπηγματουχικό τμήμα της Μαρασλείου Σχολής). Ο,τι και να τράβηξες για να φτάσεις στον σταθμό του μετρό «Ευαγγελισμός» ή όπως αλλιώς έφτασες στην αφετηρία του αναπάντεχου περιπάτου μας, ξαφνικά ξαλαφρώνεις, παίρνεις ανάσα, χωρίς λακκούβες πια, το μάτι σου ψάχνει και κάτι θα βρει από ανθρώπινη ευγένεια, μέχρι να φτάσεις στο τελεφερίκ θα είσαι ο ξεκούραστος διαβάτης, ο flanneur, ο περιηγητής, ο γείτονας από κοντά κι από μακριά, η λαϊκή αγορά που σε περιμένει κάθε Παρασκευή στην Ξενοκράτους σε ελκύει και οι κυλιόμενες σκάλες γίνονται κουβαλητές της λαιμαργίας σου.
Ομως προσοχή, όπως παντού αλλού στον τόπο μας ελλοχεύει και εδώ η πονηρία, το βραδυπορούν τμήμα του έθνους είναι έτοιμο για την πάντοτε ύστατη μάχη, όπως πάντα οργισμένο ξορκίζεται πως ποτέ δεν θα περάσει η καταστροφή και ειδικότερα θα κατοχυρωθούν με όλα τα μέσα όλες οι θέσεις πάρκινγκ που έχουν εθιμικά αποδεχθεί ο χρήστες, κυρίως καταστηματάρχες, και θαυμάσει οι τυφλοί και όσοι επιπλέον τσακίζονται στο ρείθρο ή στο κενό που αγαπάει τραυματισμένους, ο «Ευαγγελισμός» είναι εξάλλου απέναντι. Αλλά αυτή την όχι σε όλα επιφυλλίδα της αποβλάκωσης μπορούμε να τη γράψουμε κι όλοι μας μαζί, καλύτερα λοιπόν, εκτονωθέντες να επιστρέψουμε στον ανθρώπινο κόσμο των ονείρων, φτάνει να τολμήσουμε εκείνο (ποιος μίλησε στον ύμνο του το άπειρο, το πρώτο μας σκαλί;).
Σκεπασμένη η κάτω Μαρασλή με πέργκολα που θα φιλοτεχνήσει η Σχολή Καλών Τεχνών, θα ευωδιάζει και τις τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, πρώτη με ανοδική κατεύθυνση τον Λυκαβηττό η εκ κατασκευής οικολογική κυλιόμενη σκάλα, δεύτερη και τρίτη η άνετη διάβαση των μικρών και μεγάλων τροχήλατων θηρίων, όσο υπάρξουν, τέταρτη η ανηφορική κι αυτή πρόσβαση των ασθενοφόρων από τη λεωφόρο στην είσοδο του ευλογημένου ιδρύματος που φροντίζει τη ζωή μας.
Ποιοι θα μας συντροφέψουν στον περίπατο; Θα ζωγράφιζα μια έλλειψη, με εστίες τις δυο άκρες της Ξενοκράτους, αυτό μας κάνει μερικές χιλιάδες ανθρώπους. Και μετά θα έριχνα σαν κονφετί τους άπειρους μαγνήτες που θα τράβαγαν στο καλύτερο belvedere της πόλης τον δήμο που είναι η ζωή της.
ΥΓ. Στα εγκαίνια της Νέας Λαϊκής Αγοράς στην Ξενοκράτους, που σίγουρα θα γίνουν, θα εκτεθούν αναδρομικά τα μεγάλα, γεμάτα χαρά έργα του ακαδημαϊκού μας Υδραίου Παναγιώτη Τέτση, που ακριβώς τα χρώματα και το «χρώμα» της ζωντανής αγοράς απεικονίζουν, μπορεί επίσης (γιατί όχι;) να προστεθεί για την αιωνιότητα και ένα μπρούντζινο μπούστο του καλλιτέχνη στο πεζοδρόμιο κάτω από το Στούντιο στο Ομορφο, εκεί που απεργαζόταν το φωτεινά χρώματα της παλέτας του.
*Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
