ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γ. Μήτρου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολ Ελιάρ και Γράμμος

Ο ποιητής και σουρεαλιστής δημιουργός Πολ Ελιάρ αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση η οποία αναδύθηκε μέσα από το ντανταϊστικό και σουρεαλιστικό κίνημα και συνδέθηκε σθεναρά με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Συνιδρυτής της λογοτεχνικής επιθεώρησης των σουρεαλιστών «Litterature» καθώς και της μεταγενέστερης εκδοχής της με το όνομα «La Revolution Surrealiste», o Πολ Ελιάρ ήταν θερμός υποστηρικτής της άμεσης σχέσης του καλλιτεχνικού κινήματος των σουρεαλιστών με το συμβάν της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αποχωρεί από τη σουρεαλιστική ομάδα το 1938. Εχει ήδη προσχωρήσει στο Κομμουνιστικό Κόμμα το 1926 μαζί με τον Μπρετόν και τον Αραγκόν. Αποχωρεί μαζί με τους άλλους δύο το 1933.

Ηδη το «πέρασμα» από την ντανταϊστική καλλιτεχνική κινηματική κατάσταση στον σουρεαλισμό ήταν και μια μετάβαση σε μια πιο οργανωμένη δομή με κατεύθυνση την ενεργή σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την επανάσταση, το ιδεώδες της οποίας ήταν η Οκτωβριανή. Η επινόηση της «αυτόματης γραφής» και της ενεργοποίησης του ασυνειδήτου διέβλεπε τη δυνατότητα να εισαχθεί στην ποιητική δημιουργία και να απελευθερωθεί αισθητηριακά και εκφραστικά η εργατική τάξη. Το ποιητικό στοιχείο με αυτόν τον τρόπο και μέσα από τα μανιφέστα του σουρεαλισμού περιέχει και περιέχεται στο πολιτικό και κυρίως στη ριζοσπαστική του μορφή. Η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης είναι για τους σουρεαλιστές και κυρίως γι’ αυτούς που ακολουθούν την τέχνη του ποιητικού λόγου ισοδύναμες. Συγκεκριμένα ο Ελιάρ ήταν πιστός ως προς τη στήριξη απελευθερωτικών κινημάτων όπως αυτό του Μαρόκου, το 1925, ενάντια στην ισπανική κατοχή. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε ότι τόσο η περίπτωση του Πολ Ελιάρ όσο και των περισσότερων σουρεαλιστών ποιητών εγγράφεται στη μεταρομαντική ερωτική ποίηση, η οποία τροφοδοτεί την πολιτική ιδέα. Συγκεκριμένα, ο Πολ Ελιάρ, ακόμη και όταν αποχωρεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα, απογοητευμένος από τη σταλινική επικράτηση η οποία, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τη ρωσική πρωτοπορία, επιτίθεται βάναυσα στη συνθήκη της ελεύθερης δημιουργίας, διατηρεί το επαναστατικό του ιδεώδες μέσα από τις «γραμμές» του σουρεαλιστικού κινήματος.

Ας μην ξεχνάμε πως ο Τρότσκι με τον Μπρετόν συνυπογράφουν το δεύτερο σουρεαλιστικό μανιφέστο.

Η διεθνιστική προοπτική γοητεύει τους σουρεαλιστές, οι οποίοι στο όνομα της τέχνης επιθυμούν μια ριζική ανατροπή της κοινωνικής-πολιτικής πραγματικότητας και την απελευθέρωση του ανθρώπου ως προς τη δημιουργία και την ειρηνική συνύπαρξη. Εθνικισμοί και πατριωτικές κορόνες δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν στους κόλπους του κινήματος. Η έννοια του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα έρχεται αργότερα σε κάποιους σουρεαλιστές, όπως ο Αραγκόν και ο Ελιάρ, οι οποίοι ήδη έχουν αποχωρήσει από το επίσημο κίνημα. Αργότερα, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ενεργοποίησή τους μέσα στην αντίσταση τους φέρνει μπροστά σε μια άλλη πραγματικότητα, αυτή του αγώνα ενάντια στη ναζιστική θηριωδία και κατοχή. Οπότε η εθνική κυριαρχία αποκτά μια σημαίνουσα αξία που δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με τον εθνικισμό. Ειδικά ο Πολ Ελιάρ, ρίχνει το ποιητικό και πολιτικό του «βλέμμα» στον ελληνικό εμφύλιο, υποστηρίζοντας δυναμικά τον Δημοκρατικό Στρατό. Μάλιστα το 1949 επισκέπτεται τον Γράμμο και απαγγέλλει ποιήματα στους αντάρτες. Η ζωντανή επαφή της ποίησης με τον λαό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της σουρεαλιστικής ιδέας για μια οικουμενοποίηση του ποιητικού λόγου. Ηδη από το 1944, συγκλονισμένος από την αντίσταση του αθηναϊκού λαού, γράφει το ποίημα «Η μάχη της Αθήνας», το οποίο αφιερώνει στους αγωνιστές και στις αγωνίστριες της μαχόμενης πόλης. Το 1946 το ποίημα έχει λάβει ιδιαίτερη δημοσιότητα, με τον Ελιάρ να είναι προσκεκλημένος του ΕΑΜ για τις εκδηλώσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μια γαλλική αντιπροσωπεία η οποία μέσω Αλβανίας καταφτάνει στην Ελλάδα και συνοδευόμενη από τον Πέτρο Κόκκαλη καταλήγει στον Γράμμο. Ο Ελιάρ παρευρέθη σε διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ενώ ο ίδιος με τηλεβόα εμψυχώνει τους αντάρτες και δημιουργεί μια ποιητική στο όνομα του ελληνικού αντάρτικου. Εκεί γράφει τη φράση «Ελλάδα, του λόγου μου ρόδο» προκειμένου να περιγράψει τη συγκλονιστική του εμπειρία. Ο Ελιάρ δεν γράφει ποίηση που οριοθετείται από την επαναστατική προπαγάνδα. Η ποίησή του εκφράζει τη σουρεαλιστική του θέση ότι μέσα από το «άνοιγμα» στον ποιητικό λόγο η επανάσταση ως τέτοια θα εμπνευστεί και θα αφυπνίσει τις συνειδήσεις. Αλλωστε η ανακάλυψη του φροϊδικού ασυνειδήτου και η ενσωμάτωσή του στο σουρεαλιστικό κίνημα στόχευε και στη διαμόρφωση μιας άλλης συνείδησης που αφορούσε τη χειραφέτηση του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα.

Τελικά όλο αυτό το πάθος για έναν αγώνα δίκαιο, για ελεύθερες κοινωνίες και για εθνική κυριαρχία λειτούργησε μέσα από τη γαλλική διανόηση και τέχνη των πρωτοποριών ως η κύρια πηγή ώστε να διαμορφωθεί ένα ισχυρό φαντασιακό για τη γαλλική αντίσταση. Που προφανώς ήρθε σε σχέση με ένα συμβολικό μέσα από τον λόγο που συγκροτούσαν και με ένα πραγματικό που είχε να κάνει με την ίδια την ανάγκη για ελευθερία. Η ελληνική περίπτωση φαίνεται να τροφοδότησε την πηγή αυτή, ενώ ποιητές όπως ο Ελιάρ εγγράφηκαν με πάθος στο όραμα του Δημοκρατικού Στρατού για μια σαρωτική νίκη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Είναι η «συνάντηση» του ποιητικού βλέμματος με τους υλικούς όρους ενός αγώνα οι ιδεολογικές δονήσεις του οποίου δεν έχουν εξαντληθεί ακόμη.

*Δρ Φιλοσοφίας- Ψυχαναλυτής, διδάσκων στην Σχολή Καλών Τεχνών ΑΠΘ