Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχω κολλήσει τη μουσούδα μου πάνω σ’ έναν τύπο που το σώμα του είναι γεμάτο τατουάζ. Μυρίζουν ξεβρασμένα ναυάγια. Απ’ αυτά που η μύτη μου συχνά ψαχουλεύει και ανακαλύπτει κάτω από παλιά και ρυτιδωμένα δέρματα.

Ο τύπος είναι ένας εύσωμος μεσήλικας. Πουλάει χαλασμένα ψυγεία. Τώρα κάθεται δίπλα σ’ ένα άσπρο ψυγείο. Στο μπράτσο του έχει στάξει το μελάνι μιας καρδιάς, στο στήθος μιας γοργόνας και πίσω, στην πλάτη, μιας θάλασσας με το καράβι της. Πάνω στα δάκτυλα των χεριών κινούνται αφρισμένα κύματα και κάθε που ανάβει το τσιγάρο του είναι σαν να ξεπροβάλλει από μέσα τους μια τσιμινιέρα από βυθισμένο πλοίο. Τα μυρίζω όλα με περίσσια υπομονή και καταλήγω στο συμπέρασμα πως ο τύπος με τα τατουάζ πρέπει να έχει ζήσει όλη του τη ζωή στον πάτο μιας θάλασσας.

Οι περαστικοί σταματούν και ρωτούν για το ψυγείο. Εκείνος το ανοίγει και τους το δείχνει. Η μούχλα του σε πιάνει απ’ τη μύτη κι εγώ πετάγομαι δέκα μέτρα μακριά. Εκείνοι δεν φαίνεται να ενοχλούνται. Τα μουχλιασμένα ψυγεία έχουν γίνει πολύ της μόδας τελευταία. Το περιεργάζονται για λίγο και μετά φεύγουν. Ο τύπος στρίβει ένα τσιγάρο. Βλέπω τα κύματα μέσα στα χέρια του να ανεβοκατεβαίνουν.

Μια χλομή γυναίκα έρχεται και κάθεται δίπλα του. Του ζητάει να στρίψει ένα και για κείνη. Αυτός βάζει στο στόμα του την τσιμινιέρα, την ανάβει και της την περνάει στα δάκτυλα. Ξέρει κι αυτή από πάτους και βυθούς. Κοιτώ τα μάτια της και βλέπω μέσα τους να λαμπυρίζουν κάτι κόκκινα κοράλλια, διάφανα -τα είδα χθες να τα πουλούν εδώ πιο κάτω, σε μια σκοτεινή γωνιά.

Κάθομαι δίπλα της και μυρίζω καπνό τσιμινιέρας και παστωμένα χέρια. Η γυναίκα έχει σκυμμένο το κεφάλι στο πεζοδρόμιο. Ακούω τα κοράλλια να κατρακυλούν κι αρχίζω να γαβγίζω. Ο τύπος σηκώνεται και τρέχει να τα μαζέψει. Σώνει μερικά και τα χώνει μέσα στο μουχλιασμένο ψυγείο. Κανείς δεν τα βλέπει. Μόνο εγώ και ο τύπος με τα τατουάζ. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να περνούν και να ζητούν πληροφορίες. Πόσο κάνει, πώς θα το φτιάξουν, πώς θα το μεταφέρουν. Αυτός τώρα τους λέει ότι δεν το πουλάει, γιατί είναι ένα ψυγείο που συντηρεί ανεκτίμητα κοράλλια. Κρυστάλλινα κοράλλια, ενός βυθού από άγριες και μακρινές θάλασσες. Εκείνοι τον κοιτούν περίεργα και προχωράνε.

Εχει νυχτώσει. Η μουσούδα μου είναι και πάλι χωμένη μέσα στο μελάνι μιας ρυτίδας. Ο τύπος έχει αγκαλιάσει τη χλομή γυναίκα και έχουν γείρει πάνω στο ψυγείο. Μέσα απ’ τα δάκτυλά τους βγαίνουν οι καπνοί της τσιμινιέρας και φτιάχνουν μικρούς κύκλους στον αέρα. Κάθε τόσο πετάγομαι και τους μασουλάω. Αυτοί γελούν, γελούν με την καρδιά τους, μέχρι που γίνονται κόκκινοι και διάφανοι, ίδιοι με τα φυλαγμένα κοράλλια μέσα στο χαλασμένο ψυγείο.