«23 Ιουλίου 1965

Επιτέλους σχηματίζεται η πομπή. Προπορεύεται η σημαία του 114, το Κεντρικό Συμβούλιο των Λαμπράκηδων με τον Μίκη Θεοδωράκη επικεφαλής, αντιπροσωπείες της νεολαίας, πολιτικοί. Πίσω από τον νεκρό οι συγγενείς του κι ύστερα η Αθήνα ολόκληρη… Άξαφνα μια μεγάλη ομάδα από νέους και νέες, αγκαλιασμένοι μέσα στο πλήθος αρχίζει να τραγουδά. Δεν πιάνω ακόμη τα λόγια. Μα σε λίγο ξεχωρίζω:

“Σωτήρη Πέτρουλα, αηδόνι και λιοντάρι, βουνό και ξαστεριά”.

-Είναι το καινούριο του Μίκη, μου λέει η Ματθίλδη, που έχει ξαναγυρίσει και μου πιάνει το χέρι. Ν’ ακούσεις τον Τάκη τον Μπενά, να διηγείται πώς γράφτηκε… Τη νύχτα, στα γραφεία της ΔΝΛ, αυτοί να συζητούν, μες στους καπνούς των τσιγάρων, και να προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα της κηδείας, κι ο Μίκης κάτι να γράφει βιαστικά σ’ ένα χαρτί, αλλοπαρμένος: -Το λόγο έχει ο πρόεδρος, λέει κάπως έντονα ο Τάκης. -Το λόγο έχει το τραγούδι, αποκρίνεται ο Μίκης, ακούστε:

“Σωτήρη Πέτρουλα, σε πήρε ο Λαμπράκης σε πήρε η Λευτεριά”.

Είδα χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες λαού, να στριμώχνονται στα πεζοδρόμια, στα παράθυρα και τους εξώστες, και τα λουλούδια να πέφτουν βροχή κι είδα τη λαοθάλασσα που ακολουθούσε κι άκουσα τα συνθήματα και κατάλαβα πως αυτή δεν ήταν κηδεία, ήταν μια γιγάντια διαδήλωση, σε πάθος και σε όγκο, η τελευταία διαδήλωση του Σωτήρη».

*Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Στρατή Τσίρκα «Δίσεχτα Χρόνια – Η Χαμένη Άνοιξη» (1976)