ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Γιατζόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο καθηγητής κ. Τσιόδρας είναι αναμφίβολα η εμβληματική φυσιογνωμία της περιπέτειας του Covid-19. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή έχει εγγραφεί στο φαντασιακό των ανθρώπων υπήρξε δικό του έργο στον μέγιστο βαθμό. Η προσπάθεια ελαχιστοποίησης της επιστημονικής αυταρέσκειας στην επικοινωνιακή του μεθοδολογία δημιούργησε έναν δεσμό εμπιστοσύνης με τη μεγάλη πλειονότητα του ακροατηρίου του. Ο διαπρεπής λοιμωξιολόγος ανέλαβε τον ρόλο του διαμορφωτή μιας πειστικής «αφήγησης» της κατάστασης και του εθνικού μας ψυχοθεραπευτή ταυτόχρονα. Από το σημείο αυτό βεβαίως μέχρι την αγιογραφία, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη.

Δεν θεωρώ ότι ο κ. Τσιόδρας, όπως και άλλα μέλη της επιστημονικής κοινότητας λειτούργησαν ως ενεργούμενα της κυβέρνησης. Προσυπέγραψαν όμως τη βασική παραδοχή του επιλεγμένου σεναρίου: την αδυναμία του Συστήματος Υγείας σήμερα να αντέξει σε μια έκρηξη της πανδημίας. Η σχέση αυτού του Σήμερα με το πρόσφατο Χθες τείνει να καταστεί αόρατη:

Ο επιστημονικός λόγος σιώπησε, ως «μη αρμόδιος», στο ζήτημα της ολέθριας αντίληψης που, συστηματικά και επί χρόνια, δυσφήμησε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας ως κατάλοιπο ενός απαρχαιωμένου κρατισμού και που το απογύμνωσε από τους απολύτως αναγκαίους πόρους. Σιώπησε επίσης απέναντι στον κυνισμό που, από τη λοιδορία και την απαξίωση γιατρών και νοσηλευτών ως πλεονάζοντος και περιττού άχθους της «αναπτυξιακής απογείωσης», πέρασε ανέξοδα και ανώδυνα στην υμνολογία της θυσιαστικής τους στάσης.

Αποδέχθηκε ότι η βεμπεριανή «ηθική της ευθύνης» αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα θύματα – υπαρκτά ή εν δυνάμει. Προσυπέγραψε –ενεργητικά ή παθητικά– την προσομοίωση της αντιμετώπισης του ιού με πόλεμο και ο πόλεμος έχει «αναπόφευκτους» ιδεολογικούς επικαθορισμούς και, ως γνωστόν, επιβάλλει θυσίες και οι θυσίες αφορούν πριν απ’ όλα τους «από κάτω».

Δεν ισχυρίζομαι ότι το συγκινησιακό στοιχείο που ενυπήρχε στον τρόπο του κ. Τσιόδρα αποτελεί επιλογή επικοινωνιακής τεχνικής. Δεν αμφισβητώ τη γνησιότητά του. Ούτε την, οριακά μεταφυσική, αγωνία πολλών επιστημόνων για το μέλλον της ανθρωπότητας, με αφορμή κρίσεις σαν την τωρινή.

Υποστηρίζω όμως ότι το όποιο ατομικό παράδειγμα δεν μπορεί να διαρρήξει τα όρια της κυρίαρχης επιστημονικής ορθολογικότητας, να αποκρύψει τη μετάλλαξη των καταγωγικών της χαρακτηριστικών (σε σχέση με τα προτάγματα του Διαφωτισμού), τη χειραγώγησή της από εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Ο αγώνας μελών της επιστημονικής κοινότητας να υπερασπιστούν την αυτονομία της επιστήμης απέναντι στις επιδιώξεις εργαλειοποίησής της, δεν αναιρεί την ύπαρξη των ορίων και των αντιφάσεων.

Εχουμε κάθε λόγο να τα ξανασκεφτούμε όλα αυτά. Οχι μόνο επειδή, παγκοσμίως, η «συμβολή» της επιστημονικής ορθολογικότητας έχει συνοψιστεί στην αενάως επαναλαμβανόμενη οδηγία για την υγιεινή των χεριών και στην προσωρινή (;) «από απόσταση» οργάνωση του βίου μας. Οχι μόνο επειδή εδώ έχει ήδη εμφανιστεί η «ιδέα» ότι η περιφρούρηση του ταλαίπωρου εγώ μας θα ενεργοποιήσει διεργασίες αυτογνωσίας και θα οδηγήσει στη συγκρότηση ενός νέου εθνικού «εμείς». Οχι μόνο επειδή εκτός από την «επιστήμη» υπάρχει και ο τουρισμός. Είμαστε υποχρεωμένοι να επανεξετάσουμε την αντίληψή μας για τον επιστημονικό λόγο. Για τις εγγενείς αντιφάσεις του. Για τις συνάψεις του με τον πολιτικό λόγο. Για τη συνάρθρωσή του με τις προτεραιότητες του παγκόσμιου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Εδώ και πολλά χρόνια λοιπόν, στις κοινωνίες της νεωτερικότητας, ο επιστημονικός λόγος έχει καταστεί ένας λόγος κατακερματισμένος και αυτοαναφορικός. Υπερασπίζεται ως αναπόφευκτη τη διαρκή τεχνική του εξειδίκευση. Εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο στην αποσπασματικότητα των επιμέρους πεδίων του. Εχει παραιτηθεί από την αξίωση της ενοποιητικής γνώσης και της ηθικής που διέπει αυτή τη γνώση, από τη συμβολή του σε χειραφετικές για τον ανθρώπινο νου ερμηνείες των βασάνων του.

Γίνεται διαρκώς ένας λόγος περιγραφικός και απολογητικός – η τρέχουσα πανδημία το επιβεβαιώνει απολύτως. Η αυτοαναφορικότητά του είναι έκδηλη: Η εγκυρότητά του θεμελιώνεται αξιωματικά στο εσωτερικό του, στα δικά του επιμέρους πεδία. Η δική του «πραγματικότητα» δεν είναι πάντα συμβατή με την πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι. Αυτός ο επιστημονικός λόγος δεν μπορεί να ενοποιήσει το ορθολογικό και το συγκινησιακό στοιχείο. Ο ορθολογισμός του, αδυνατώντας να ενσωματώσει την ενσυναίσθηση, είναι ένας ορθολογισμός ατελής, η αναμέτρησή του με τους ποικίλους ανορθολογισμούς έχει καταλήξει σε επανειλημμένες ήττες.

Ενσυναίσθηση δεν παράγεται βεβαίως με την κολακεία των στερεοτύπων που διαμορφώνουν τη συνείδηση του μέσου όρου. Παράγεται με την αφοσίωση στην επιδίωξη της καθολικότητας της γνώσης – ως αναγκαιότητας αλλά και ως δυνατότητας, με τη διαρκή προσπάθεια να αναχθεί το προφανές σε μια πραγματικότητα μη ορατή άμεσα.

Και από την άποψη αυτή, ο επιστημονικός λόγος που ανέχεται τα «πολεμικά ανακοινωθέντα» τύπου Μακρόν (και τα αντίστοιχα του Ελληνα πρωθυπουργού), την τυχοδιωκτική ευελιξία τύπου Μπόρις Τζόνσον, την ωμότητα α λα Τραμπ, την άκρως διαφωτιστική επισήμανση «τι να κάνουμε, βρε αδελφέ, καπιταλισμό έχουμε», δεν μπορεί να παραγάγει τίποτα παρά μόνο αποξένωση και αυθεντική θλίψη. Είναι ο λόγος της στάχτης.