Κυριολεκτικά «σπαρμένη» από δορυφόρους είναι η τροχιά της Γης, καθώς στις αρχές του 2019, σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Διαστημικά Θέματα (UNOOSA), περίπου 5.000 δορυφόροι περιστρέφονταν γύρω από τον πλανήτη μας, σημειώνοντας αύξηση 2,68% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, γράφει το επιστημονικό περιοδικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Cordis. Τονίζει ότι από το μακρινό 1957 όταν η Σοβιετική Ενωση έθεσε για πρώτη φορά σε τροχιά τον δορυφόρο Sputnik, συνολικά περίπου 8.378 δορυφόροι έχουν εκτοξευτεί από τη Γη στο Διάστημα, ενώ άλλοι επτά δορυφόροι βρίσκονται ακόμη σε τροχιά γύρω από άλλους πλανήτες. Ωστόσο, σχεδόν 5.000 εξ αυτών δεν είναι πλέον ενεργοί με αποτέλεσμα μόνο περίπου 2.000 να εξακολουθούν να είναι λειτουργικοί, δηλαδή λιγότερο από το 40% των δορυφόρων που βρίσκονται σήμερα σε τροχιά.
Οπως επισημαίνει το περιοδικό, οι εναπομείναντες 2.000 πλήρως λειτουργικοί δορυφόροι που περιστρέφονται γύρω από τη Γη βρίσκονται εκεί για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Οι επικοινωνίες και η παρακολούθηση της Γης είναι ο βασικότερος λόγος ύπαρξής τους. Πράγματι, τονίζει το επιστημονικό άρθρο, οι δορυφόροι συνιστούν ένα όλο και πιο σημαντικό στοιχείο στη λειτουργία της κοινωνίας του 21ου αιώνα. Την ίδια ώρα, ένα μικρότερο ποσοστό δορυφόρων αποστέλλεται ειδικά για να «κοιτάξει έξω» το αχανές Διάστημα, καταφέρνοντας να απαθανατίσει εκπληκτικές εικόνες από αστέρια, νεφελώματα, εξωπλανήτες και άλλους γαλαξίες, παρέχοντας παράλληλα ανεκτίμητα στοιχεία που διευρύνουν την κατανόηση της ανθρωπότητας αναφορικά με το σύμπαν.
Καθώς εκτοξεύονται διαρκώς όλο και περισσότεροι δορυφόροι στο Διάστημα, η δορυφορική τεχνολογία εξελίσσεται όπως είναι φυσικό ταχύτατα και η καινοτομία αναπτύσσεται ραγδαία σε αυτόν τον τομέα. Το περιοδικό υπογραμμίζει πως μία από τις βασικές τάσεις των τελευταίων ετών είναι ότι οι δορυφόροι καθίστανται όλο και μικρότεροι, με ορισμένους εξ αυτών να ζυγίζουν μόνο 1 κιλό.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2012 έως το 2016, το μέσο δορυφορικό βάρος μειώθηκε σχεδόν κατά 80%, με τον αριθμό των μικρών δορυφόρων που τέθηκαν σε τροχιά να παρουσιάζει αύξηση κατά 300%. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι οι μικρότεροι δορυφόροι είναι φτηνότεροι στην κατασκευή, μπορούν να παραχθούν μαζικά και να εκτοξευθούν σε ομάδες (που ονομάζονται «σμήνη»), κάτι που σημαίνει ότι έχουν σημαντικά χαμηλότερο κόστος εκτόξευσης.
Από την άλλη πλευρά, οι μικρότεροι δορυφόροι τείνουν να έχουν μικρότερη διάρκεια ζωής και να αποσυντίθενται ταχύτερα δημιουργώντας τα γνωστά «διαστημικά σκουπίδια». Επιπροσθέτως, το μέγεθός τους περιορίζει το λογισμικό που μπορούν να μεταφέρουν, καθώς τα συστήματα πρόωσής τους δεν είναι ισχυρά. Ωστόσο, οι τρέχουσες τάσεις δείχνουν ότι τα πλεονεκτήματα των μικρότερων δορυφόρων υπερτερούν κατά πολύ των μειονεκτημάτων – με την αγορά τους να καταγράφει μια αλματώδη αύξηση.
Ετσι, το σύνολο των εσόδων της παγκόσμιας αγοράς δορυφορικών υπηρεσιών αναμένεται να ξεπεράσει τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2021, από μόλις 2 δισεκατομμύρια ευρώ που ήταν το 2016, με τον ιδιωτικό τομέα να διαδραματίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο στη δορυφορική καινοτομία. Φυσικά, οι Ευρωπαίοι ερευνητές και οι εταιρείες κατασκευής τους θέλουν να πάρουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα τής πολλά υποσχόμενης αγοράς. Για τον λόγο αυτό έχουν εκπονηθεί επτά σχέδια που υποστηρίζονται από το πρόγραμμα-πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης «Ορίζοντας 2020». Αυτά αφορούν από τις πρωτοποριακές έρευνες για τη δημιουργία νέων καλύτερων συστημάτων εκτόξευσης για τη νέα γενιά δορυφόρων μέχρι την έρευνα αιχμής για τον τρόπο με τον οποίο οι μικρότεροι δορυφόροι μπορούν να εργαστούν ως «ομάδα» προκειμένου να συντονιστούν και να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, κάτι που υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη προσεγγίζει τον ζήτημα, αποφασισμένη να διαδραματίσει τον ρόλο της σε αυτήν τη διαρκώς εξελισσόμενη μορφή τεχνολογικής επανάστασης.
Συμπερασματικά, επισημαίνει το Cordis, τα επόμενα χρόνια αναμένεται να δούμε μια εντυπωσιακή τεχνολογική επανάσταση ειδικά στους μικρούς δορυφόρους, η οποία θα βοηθήσει την ανθρωπότητα να κατανοήσει πολύ καλύτερα τα μυστήρια του Σύμπαντος.
