«[…] Ο ανδρικός κόσµος έπρεπε να καταρρεύσει. Ηρθε η στιγµή για τη Γυναικεία Αποστολή. Δυνατές, στέρεες, αποφασισµένες, οι γυναίκες επαγρυπνούσαν για να µην µπορέσει να ανατραπεί το καθεστώς, να µη σταµατήσει το Γυναικείο Πρόγραµµα».
Η Μαριαλένα Σπυροπούλου έκανε την πρώτη της εμφάνιση με τη νουβέλα «Ρου» (Μεταίχμιο, 2016), στην οποία η Ζαχαρούλα, ερχόμενη από τη νησιωτική επαρχία, βλέπει (ή ίσως δεν βλέπει) τον εαυτό της να μεταμορφώνεται σε Ρούλα κι ύστερα σε Ρου, καθώς η ανάπτυξη της σεξουαλικής της ταυτότητας συγκρούεται βίαια με την ψυχολογική της ωρίμανση -όπως άλλωστε συχνά συμβαίνει.
Στη «Ρου» η Σπυροπούλου έκανε, αν μη τι άλλο, δύο πράγματα που μάλλον δεν υπάρχουν σε αφθονία στο τρέχον λογοτεχνικό τοπίο: έγραψε με ουσιαστικό επίκεντρο τη γυναίκα, όπως αυτή είναι σήμερα, και μίλησε με τόλμη για τη γυναικεία ταυτότητα.
Η θέση, η φύση, η ψυχοσωματική ταυτότητα της γυναίκας, είναι το αγκάθι στον αφηγηματικό κόσμο της συγγραφέως και στο δεύτερο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Τάισέ με». Η πρόφαση απλή: μια 30χρονη γυναίκα, η Μαρίνα, στο απόγειο της κρίσης δέχεται μια αναπάντεχη πρόταση γάμου. Και αυτό που φαντάζει στους γύρω της ως η ευκολότερη (θετική) απάντηση και η ευτυχέστερη κατάληξη, για εκείνη αποδεικνύεται διχαστική αγωνία.
Η Μαρίνα είναι το επίκεντρο ενός σύμπαντος γυναικών από το οποίο αντλεί η Σπυροπούλου -γυναίκες αυτής ή της προηγούμενης γενιάς που σταδιακά ξεπερνούν την «πείνα» για κοινωνικές συμβάσεις, ακριβώς επειδή η «πείνα» τους για όλα τα άλλα που έχει να τους δώσει η ζωή (ή για όσα δεν τους δίνει, αλλά εκείνες πεισματικά διεκδικούν) είναι μεγαλύτερη. Η αβεβαιότητα των ημερών που αποτελούν το φόντο της αφήγησης τελεί υπό διαρκή αντιδιαστολή με την ανάγκη της Μαρίνας για κάτι διαφορετικό από εκείνα στα οποία αρκέστηκαν η μητέρα ή οι φίλες της. Ποιος στοιχειοθέτησε εν τέλει πως μητρότητα και γάμος είναι μονόδρομος για την αυτοπραγμάτωση;
Ομως η αφηγηματική ανησυχία της Σπυροπούλου δεν αρκείται στη γραμμική αυτή ιστορία. Παράλληλα, και με αφορμή ένα βιβλίο που η Μαρίνα διαβάζει και το οποίο φέρει τον τίτλο του ίδιου του ανά χείρας μυθιστορήματος, η συγγραφέας χτίζει μια παράλληλη, ουτοπική σάγκα που θυμίζει αρχαία τραγωδία.
Στα κεφάλαια που εναλλάσσονται με αυτά της συγκαιρινής αφήγησης απαντάμε μια κοινωνία που διοικείται με τρόπο δρακόντειο μόνο από γυναίκες, οι οποίες έχουν οριστικά αποτινάξει τα χαρακτηριστικά που τις συνδέουν με το στερεότυπο της μητρότητας. Στο παράλληλο αυτό σύμπαν, όπου η «πείνα» έχει δραστικά μετασχηματιστεί, το αντρικό φύλο είναι παρίας, η Μάγκντα όμως (το ανεστραμμένο είδωλο της Μαρίνας) παραβαίνει τα ειωθότα, θέλοντας να έχει αυτό που «δεν θα έπρεπε», θέλοντας δηλαδή να τεκνοποιήσει.
Με τον τρόπο αυτό η Σπυροπούλου βάζει στα χέρια τής (εκάστοτε) γυναίκας την απάντηση στο ερώτημα: για ποιο πράγμα «πεινάς» και για ποιο όχι; Και το σημαντικότερο είναι πως το κάνει όχι διδακτικά, αλλά μέσα από μια πλεχτή αφήγηση, προσιτή, αλλά υψηλής ακρίβειας.
