Ο Δημήτρης Σελέκος, εκπαιδευτικός, υπ. διδάκτορας Φιλοσοφίας, με επιστολή του αναφέρεται στο άρθρο του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.» της 7/4/20 με τίτλο «Η βιοπολιτική αντίφαση του κορονοϊού».
Στο εν λόγω άρθρο ο κ. Δοξιάδης θέτει ζητήματα «βιοπολιτικών αντιφάσεων» αφενός του καπιταλισμού στο εσωτερικό του, αφετέρου μεταξύ καπιταλισμού και Διαφωτισμού. Διπλασιάζει τις «βιοπολιτικές», μία για το «οικονομικό σύστημα» του καπιταλισμού, μία για το «πολιτικό και ιδεολογικό κίνημα» του Διαφωτισμού. Προς ενίσχυση της άποψης αυτής, επικαλείται τη «φουκοϊκή προσέγγιση» στον τρόπο εμπλοκής των «επιστημονικών λόγων» ως «εσωτερικών της βιοπολιτικής» λόγων που «εμπεριέχουν στη λογική και την άσκησή τους στοιχεία της βιοπολιτικής». Στόχος όλων αυτών, να φανεί ότι την «ευθύνη παραμέλησης» του δημόσιου συστήματος υγείας έχει «το νεοφιλελεύθερο βιοπολιτικό σύστημα που άφηνε τον επιστημονικό λόγο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας να παρεμβαίνει καταστροφικά στο εσωτερικό του ιατρικού επιστημονικού λόγου» και ότι «το σύστημα αισθάνεται ότι βυθίζεται μαζί με τον πληθυσμό που εκμεταλλευόταν».
Η απόπειρα εμπλοκής της διαλεκτικής των αντιφάσεων, και μάλιστα σε δύο συστήματα, με τη φουκοϊκή προσέγγιση είναι αντιφατική από μόνη της, στο μέτρο που ο Φουκό είχε, από πολύ νωρίς, πάρει αποστάσεις από τη διαλεκτική αυτή. Αντιγράφω από τη «Γέννηση της βιοπολιτικής-Παραδόσεις στο Κολέγιο της Γαλλίας (1978-1979)», μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, Πλέθρον, 2012, σελ. 57:
«…η ετερογένεια δεν είναι ποτέ μια αρχή αποκλεισμού, (…) δεν εμποδίζει ποτέ ούτε τη συνύπαρξη ούτε τη σύζευξη ούτε τη σύνδεση. Σε αυτό το είδος ανάλυσης προωθούμε μια λογική που δεν είναι διαλεκτική. (…) Η διαλεκτική λογική είναι μια λογική που θέτει σε λειτουργία αντιφατικούς όρους μέσα στο στοιχείο του ομοιογενούς. Αυτή τη διαλεκτική λογική σάς προτείνω να την αντικαταστήσετε με αυτό που θα αποκαλέσω λογική της στρατηγικής. Και μια λογική της στρατηγικής δεν αναδεικνύει τους αντιφατικούς όρους που υπάρχουν σε ένα στοιχείο του ομοιογενούς το οποίο επαγγέλλεται τη λύση τους μέσα σε μια ενότητα. Η λογική της στρατηγικής έχει ως λειτουργία να καθορίσει ποιες είναι οι πιθανές συνδέσεις μεταξύ των παράταιρων όρων, οι οποίοι παραμένουν παράταιροι. Η λογική της στρατηγικής είναι η λογική της σύνδεσης του ετερογενούς και όχι η λογική της ομοιογενοποίησης του αντιφατικού».
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, ή θα χρησιμοποιήσουμε την εγελιανή -ή, αν θέλετε, τη μαρξική- διαλεκτική για να αναλύσουμε τα πράγματα ή την οπτική του Φουκό που κάνει λόγο για «σύνδεση παράταιρων» στη «λογική της στρατηγικής». Και τα δύο δεν γίνεται.
Κοντά σε αυτά, η βιοπολιτική ως διακυβερνησιακή λογική αφήνει χώρο στους επιστημονικούς λόγους να παίξουν τον ρόλο τους στα λεγόμενα «καθεστώτα αλήθειας» εντός της και, στον σύγχρονο κόσμο, διαχειρίζεται συμφέροντα (το συμφέρον ως κατηγορία που καλύπτει ταυτοχρόνως και την αγοραία ανταλλαγή και το κριτήριο της ωφελιμότητας). Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν, να μιλήσουμε για πολλές βιοπολιτικές (του Διαφωτισμού, του καπιταλισμού κ.λπ.) στο μέτρο που έχουμε να κάνουμε με τη μία διακυβερνησιακή λογική που καταλήγει, μέσω των κυβερνώντων ή των εξουσιαζόντων, σε πρακτικές κάθε φορά αποφάσεις, κάθε φορά που σε πραγματικό χρόνο και τόπο αποφασίζει για το τάδε ή το δείνα. Κι αν, στην περίπτωσή μας, με την ανάδειξη των νέων δεδομένων που έφερε η κρίση του Covid-19 υποχρεωθούν όσοι κυβερνούν να πάρουν αυτές ή εκείνες τις αποφάσεις που οι πληθυσμοί θα αντικρούσουν ή θα χειροκροτήσουν, αν «βουλιάξουν οι σκορπιοί με τους βατράχους» ή αν οι βάτραχοι επαναστατήσουν ή οτιδήποτε άλλο, αυτό θα το δείξει η ιστορία. Προφανώς και το «σύστημα» αγωνιά. Εχει, όμως, τα εργαλεία του. Ας φτιάξουμε και εμείς τα δικά μας χωρίς να δείχνουμε αδυναμία με το να κρυβόμαστε μόνο πίσω από την ορθότητα της ιδεολογίας μας.
Η απάντηση του Κύρκου Δοξιάδη
Η ανάγνωση του άρθρου μου από τον κ. Σελέκο δυστυχώς στηρίζεται σε μία επίσης ευρύτατα διαδεδομένη άποψη στον χώρο της Αριστεράς: ότι ο μόνος τρόπος να σκεφτούμε την αντίφαση είναι εκείνος της εγελιανής διαλεκτικής. Δεν ανακάλυψε ο Χέγκελ την αντίφαση. Η αντίφαση, όπως την εννοώ στο κείμενό μου, είναι αυτό που ήταν πάντα – πριν ή και χωρίς τον Χέγκελ: ένα πρόβλημα που επιζητεί την επίλυσή του. Ούτε η κινητήρια δύναμη κάποιας ιστορικής νομοτέλειας ούτε η «ταυτότητα της ταυτότητας και της μη ταυτότητας». Μια λίγο πιο προσεκτική ανάγνωση του κειμένου μου καθιστά κρυστάλλινο το γεγονός ότι η προσέγγισή μου όχι απλώς δεν είναι εγελιανή αλλά εντάσσεται στην προσπάθεια να απαλλαγεί επιτέλους ο μαρξισμός από τον εγελιανό ιδεαλισμό. Και εκεί ακριβώς πιστεύω ότι έγκειται η τεράστια σημασία του έργου του Μισέλ Φουκό.
