ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΟΔΥΝΗΡΗ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΗ

Νοσταλγικός και αμετάπειστος ρέκτης παντός είδους μουσικής υπήρξε ο Περικλής Κοροβέσης. Καίτοι έμφυτο πνεύμα αντιλογίας, ιδίως απέναντι στις εξουσίες, άκουγε συμφωνίες με τις ώρες στην υπόγα του, όπερες και ορατόρια. Δεν τον άφηναν ασυγκίνητο η τζαζ, η ροκ και πλείστα σύγχρονα ρεύματα. Λάτρευε επίσης το ελληνικό ρεπερτόριο, ψάχνοντας ευκαιρίες να το τιμήσει δεόντως. Δεν λένε την πάσα αλήθεια όσοι ισχυρίστηκαν πως ήταν παράφωνος. Καθότι Επτανήσιος, τραγουδούσε με χάρη. Κεφαλονίτικες καντάδες, ρετρό της παλιάς Αθήνας, ρεμπέτικα, λαϊκά, έντεχνα, επαναστατικά και δημοτικά μετατρέπονταν στα χείλη του σε μυσταγωγία.

Οινοβαρής ζωγράφιζε παπάδες πάνω στο πεντάγραμμο, και, παρότι δεν γουστάρισε να τον διαβάσουν εχθές, τον διέκρινε ταμπεραμέντο ηδυπαθούς ψάλτη. Επιανε το τραγούδι ακόμα και ξεμέθυστος με έναυσμα πάντοτε την καλή παρέα. Ξεκινούσε χαμηλόφωνα, κοφτά, σχεδόν συλλάβιζε. Με νεύματα παρότρυνε τους υπόλοιπους να μπουν στο πρώτο κουπλέ. Στο ρεφρέν μάς είχε βάλει όλους στο λούκι. Εκλεινε τα μάτια και μας συντόνιζε με υψωμένα τα χέρια, σωστός μαέστρος. Χαμόγελο ευδαιμονίας φώτιζε αίφνης το πρόσωπό του κι οι νότες χόρευαν ξέφρενα στο άλλοτε παχύ του μουστάκι. Γνήσιος χορωδιακός καλλιτέχνης κατά βάθος.

Το «Με πήρε το ξημέρωμα στους δρόμους» απ’ τ’ αγαπημένα του. Το «Δυο πράσινα μάτια» ομοίως. Αιώνια κατακλείδα το «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια, μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια». Συμμετείχαμε τον Ιούλιο του ’13 στο συμπόσιο «Ποίηση και Αλογία» –αμφότερα στο στοιχείο του Περικλή– σε αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Πατρών. Καταλήξαμε σε ουζερί δίπλα στο κύμα του Ρίου, όπου τα τσούξαμε γενναιοφρόνως. Αποχωρήσαμε τις μικρές ώρες. Στη θέση του συνοδηγού ο Κοροβέσης και στο πίσω κάθισμα ο φίλος φιλόλογος Δημήτρης Κώτσος. Συζητούσαμε ζωηρά με υπόκρουση Απόστολο Χατζηχρήστο στο σιντί.

Εργοτάξιο κανονικό η ΠΑΘΕ –υπό κατασκευήν τότε– περιοριζόταν σε ένα στενό ρεύμα κυκλοφορίας κι αυτό με διαρκή ζιγκ ζαγκ. Πλαστικοί κώνοι εκατέρωθεν και τεράστια, φωσφορίζοντα βέλη διέγραφαν αβέβαια την πορεία μας. Ασύλληπτη φάση. -«Κλείσε το μαραφέτι. Θα τραγουδήσουμε εμείς» μου κάνει ξαφνικά. Σιγή ασυρμάτου στο αυτοκίνητο. -«Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανέναν» αρχινά ρυθμικά ο Περικλής, κουνώντας πάνω-κάτω τις παλάμες δαιμονισμένα.

Σκαλώνει όμως στον πρώτο στίχο. -«Δρόμοι παλιοί» πετάγομαι εγώ που θυμόμουν μόνο τον τίτλο. Ο Κώτσος είναι φαινόμενο. Στον σκληρό του δίσκο βρίσκονται καταχωρισμένα χιλιάδες τραγούδια με τις παρτιτούρες, τα λόγια, τα ονόματα συνθέτη, στιχουργού και εκτελεστών, τα πάντα όλα. -«…που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα» συνεχίζει. Εκστασιάζεται ο Κοροβέσης και επαναλαμβάνει θριαμβικά με τις μπαγκέτες των δαχτύλων του να δουλεύουν στο φουλ. -«Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά» άδουμε κι οι τρεις στη διαπασών. Το ’παμε τουλάχιστον πενήντα φορές ώς την Ακράτα που τον αφήσαμε πριν το χάραμα. Κολλούσε γάντι στην εξωπραγματική διαδρομή. -«Ωραίο εκείνο το ταξίδι» μού υπενθύμιζε κατά καιρούς. Α, ρε Περικλή… Πάντως, στον Βύρωνα χθες τραγουδήσαμε, έστω και βουρκωμένοι, τ’ αγαπημένα σου.