ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νικόλας Ευαντινός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενώ για πολλούς ποιητές και πολλά βιβλία ένας παιγνιώδης και σαρκαστικός, αποτρόπαιος και κυνικός, ευθύβολος και ακαριαίος ποιητικός λόγος θα ήταν το κυριότερο θετικό στοιχείο που θα επισημαίναμε, θεωρώ πως αυτό είναι για την ποίηση του Θωμά δευτερεύουσας σημασίας. Οι Γεωγραφίες των Φριτς και Λανγκ, όπως και τα προηγούμενα βιβλία του, έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά ως φυσική απόληξη της λανθάνουσας ποιητικής κοσμοθεωρίας, και της φιλοσοφικής αντίληψης του ποιητή. Και αυτή υποστηρίζω και προτείνω πως έλκει την καταγωγή της από όλα τα ρεύματα λογοτεχνικής γραφής που προτείνουν την περαιτέρω ενίσχυση της παραδοξότητας της ειρωνείας ως στάσης ζωής.

Οι Φριτς και οι Λαγκ αποτελούν ταυτόχρονα ενεργά υποκείμενα αλλά και αθύρματα μιας δαιδαλώδους απονενοημένης φάρσας πίσω από την οποία δεν υπάρχει κανένας ιθύνων νους. Και αν στην πρώτη ενότητα του βιβλίου έχουν ακόμα ένα ίχνος ανθρωπινότητας (έχουν όλοι ύψος 1,60 και 1,80, κάνουν εκτρώσεις όταν το έμβρυο φτάσει στα 25, ταξιδεύουν με ακίνητα αυτοκίνητα, βάφουν μαύρα τα χείλη τους με αποτέλεσμα να χάνεται σε αυτά η ιστορία και βαδίζουν αναβοσβήνοντας), στη δεύτερη τρέπονται σε αντικείμενα. Λογικό – αφού η ανθρώπινη συλλογική μνήμη ξεπαστρεύτηκε, αφού η ανάσα σαρώνει τα πάντα και το σώμα γλιστρά και ανέρχεται κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Πλέον με τους Φριτς και Λανγκ ως αντικείμενα, αναδύεται το δυστοπικό σκηνικό που οι Γεωγραφίες των Φριτς και των Λανγκ ενσαρκώνουν. Ενας κόσμος όπου ο ανθρώπινος τελολογικός παράγοντας έχει εκλείψει, όπου υπάρχουμε ακρωτηριασμένοι (ποίημα σεντόνια) για να αποδεικνύουμε την απουσία παλμών και την ύπαρξη τραπεζιών (ποίημα τραπέζι), όπου τα σπασμένα μας πρόσωπα τα ψάχνουμε στους τοίχους (ποίημα τοίχοι) και τα θυσιασμένα ανθρώπινα χέρια φτιάχνουν γέφυρες (ποίημα γέφυρες). Η δεύτερη ενότητα περιγράφει μια πραγματικότητα όπου η «άψυχη» ύλη είναι ζωντανότερη από την ανθρώπινη. «Τα αντικείμενα βγήκαν από τις λέξεις και δεν μπορούμε να τα πούμε.» «Τις λέξεις κουρδίζουμε κι αυτές ανοιγοκλείνουν». «Τα αντικείμενα μας πολεμούν. Η νίκη τους προδιαγεγραμμένη». «Τα αντικείμενα μας έφεραν. Στην κατάσταση που βρισκόμαστε». «Τις νύχτες, τις ώρες που δεν μιλάμε χτίζονται τα δόντια μας». Στον κόσμο της απόλυτης ανθρώπινης συντριβής και της πλήρους κατάτμησης της συνείδησης, οι Φριτς και Λανγκ γίνονται αιτία και ενσάρκωση του απόλυτου χάους. Πλέον για τη λανθάνουσα και μόνη φωνή που φαίνεται να υπάρχει γίνονται οι απόλυτοι αντίπαλοι. «Λεπίδα και Αίμα στους Φριτς και Λανγκ» αναφωνεί, μόνο που υπογλώσσια χάνει λέξεις. Αντίφαση και ειρωνεία προς κάθε ποιητή, που αφού έχει σκηνοθετήσει την καταστροφή του μας την περιγράφει.

Η τρίτη ενότητα είναι φυσικό επακόλουθο της δεύτερης. Αφού ο παράλογος και ειρωνικός κόσμος των ανθρώπων έχει αντικειμενικοποιηθεί από τους Φριτς και Λανγκ, το μόνο που απομένει είναι πόλεμος. Πόλεμος στην επικράτεια που επιμένει να ορίζει το μέγεθός της με τους νεκρούς της. Οι Λανγκ γίνονται προτομές προς κατάθεση στεφάνων, ζωντανοί και θυμωμένοι. Ακολουθεί μεταξύ τους ξεκαθάρισμα διάρκειας τριών λεπτών. Επειτα μαζεύουν νάνους σε επτάδες σε ένα παιδομάζωμα παραμυθιών και αρχίζουν την αναρρίχηση σε κτίριο που δεν τελειώνει. Σε έναn κόσμο όπου κρέας ανθρώπινο από άνθρωπο κομμένο, έννοιες όπως δικαιοσύνη αλλά και οι λειτουργοί της υπονομευμένοι και τυφλοί γίνονται ύποπτοι φόνων και χάνουν ό,τι τους ανήκει. Αλλωστε, αφού όλα τα ρήματα δεν θα αργήσουν να αναποδογυρίσουν σε «προδίδω» και η ανθρωπότητα εξακολουθεί να προτείνει χειραψία σε κάκτο, ο πόλεμος μοιάζει αέναος. Ακόμα κι αν υπάρξουν στιγμές ανακωχής, ο άνθρωπος, αυτή η λανθάνουσα ύπαρξη συνείδησης που μοιάζει να είναι η φωνή του μαέστρου ποιητή, έχει απολέσει για πάντα την ενότητα της συνείδησης και της ταυτότητάς του. Το στήθος του είναι πεδίο συμφιλίωσης ξένων παλμών και στην κοιλιά του υπάρχει ένα κουμπί που αν πατηθεί θα χτυπήσουν όλα τα τηλέφωνα της πόλης από τα οποία η ίδια του η φωνή και το ίδιο του το όνομα θα ακουστούν.

Η τέταρτη και τελευταία ενότητα, νυχτερινή και σε μεγάλο βαθμό πρωτοπρόσωπη, φέρεται να λειτουργεί ως επιμύθιο με τρόπο πικρό, αλλά λιγότερο πικρό από όσο φάνταζε στην αρχή. Το Εγώ, το Ομιλούν Υποκείμενο που περιέγραψε έως τώρα τις φρικαλεότητες των Φριτς και Λανγκ εξομολογείται. Και όσα εξομολογείται μας αφήνουν την υπόνοια πως εκείνο είναι η μήτρα και ο γεννήτορα των Φριτς και Λανγκ καθώς είναι μισός χώμα, μισός μουγκρητό και μισός προπαίδεια, μισός Θησέας και μισός μινώταυρος και σίγουρα μισός κάτω από το φεγγάρι. Δίχως να γνωρίζει το εντός και το εκτός και το τι λαβύρινθος σημαίνει. Φυσικά οι Φριτς και οι Λανγκ εξακολουθούν να εμφανίζονται ακόμα. Ομως πλέον και ξανά περισσότερο ανθρώπινοι -έχουν παλάμες που προσπαθούν να καπακώσουν το χάος, να διορθώσουν ό,τι είναι έως τώρα γινομένο, σηκώνουν το φλιτζάνι τους προκαλώντας αγωνία. Στην τέταρτη ενότητα η ζωή είναι σώμα και ηθική του σώματος. Εντός του θανάτου. Και η ποίηση; βροχή που φανερώνει το χαμηλό πέταγμα πουλιών, εκείνων που ’ναι χαλίκια επιστροφής αφημένα από μια πτήση.

Αποτελούμε, λοιπόν, όλοι μας Γεωγραφίες των Φριτς και των Λανγκ, δυο αλληλοσυμπληρούμενων, αλληλεπικαλυπτόμενων, πότε αντίρροπων και πότε όχι εκφάνσεων και όψεων του ίδιου και αυτού υποκειμένου. Δεν υπάρχει Φριτς χωρίς Λανγκ, δεν υπάρχει Εγώ χωρίς Εγώ να παρατηρεί, ταυτότητα δίχως ετερότητα. Αυτή η αναστοχαστικότητα της κατακερματισμένης μας ύπαρξης είναι ό,τι συνιστά την ανθρώπινη φύση.

Γι’ αυτό και δεν θα συμφωνούσα με μια ανάλυση της παιγνιώδους γλωσσικής φόρμας του Τσαλαπάτη με εργαλεία του μετα-αποδομητικού κριτικού συστήματος, ούτε θα το ενέτασσα σε κάποιου είδους νεοφανές ρεύμα του μεταμοντέρνου. Οχι, το ποιητικό παίγνιον του Τσαλαπάτη δεν είναι cool και postmodern. Εχει ρίζα στα σκοτεινά τρίσβαθα της ύπαρξης, τα τόσο μύχια που προκαλούν ίλιγγο. Η γραφή του παίζει στα όρια της ίδιας της ζωής της και για αυτό θα μπορούσα να πω πως οι Γεωγραφίες των Φριτς και Λανγκ είναι ένα βιβλίο ποιητικής γλώσσας, και όχι ένα ποιητικό βιβλίο. Είναι μια συνθετική κατάθεση ποιητικού τρόπου και όχι μια ποιητική σύνθεση. Και είναι σπάνιες οι φορές που ένα ποιητικό κείμενο απαιτεί από τον αναγνώστη να επιστρατεύσει τόσους μηχανισμούς πρόσληψης και ταυτόχρονα να απαιτεί την πλήρη αδράνεια των έως τώρα καθιερωμένων γνωσιολογικών του παραμέτρων προκειμένου να λειτουργήσει εντός του.

Νιώθω πως ο ποιητικός λόγος του Τσαλαπάτη επιτελεί στο έπακρο την απόλυτη ταύτιση μέσου-μηνύματος, τρόπου και περιεχομένου. Η παραδοξότητα, το α-νόητο, η συνεχής έξοδος προς το αδιέξοδο –που ανασαίνει κρυφά ως μονόδρομος στον λαβύρινθο ζωή– είναι όσα καταστατικά ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο ποιητικός λόγος που την ενσαρκώνει λοιπόν οφείλει –αν είναι πιστός στην φύση του– να μετέλθει ακριβώς αυτούς τους τρόπους. Και το συγκεκριμένο βιβλίο αυτό κάνει: μας καλεί να δούμε κατάματα τις φρικαλεότητες, τα τραύματα, τις αδυναμίες και τις ελλείψεις μας. Μονάχα έτσι θα γίνει λιγότερο πικρή η μοναξιά μας.

Ριψοκίνδυνος δύτης ο Τσαλαπάτης λοιπόν. Του το αναγνωρίζουμε και τον ευχαριστούμε για την ξεχωριστή ποιητική λαλιά του.

*Ποιητής, τραγουδοποιός