Οι λέξεις «κανονικό», «μη κανονικό», δεν υπάρχουν στο καινούργιο πεζογραφικό έργο του ποιητή και ψυχαναλυτή Θανάση Χατζόπουλου. Κι όμως οι 21 ιστορίες που συγκροτούν τον Ιστορικό Ενεστώτα (εκδ. Πόλις) παρακολουθούν διαδρομές απλών ανθρώπων σε κάθε γωνιά της Ελλάδας κατά την περίοδο 1896-2004, μεταξύ των Ολυμπιακών Αγώνων, εστιάζοντας στη «ρήξη τους με την κανονικότητα που τις συγκροτεί». Μια «κανονικότητα» που τυλίγει σα δίχτυ την καθημερινότητα των ηρώων του -στόχους, συμπεριφορές, όνειρα, αισθήματα, απωθημένα- και επηρεάζεται από την «κανονική» ή «μη κανονική» πολιτική και κοινωνική ιστορία της χώρας που κι αυτή εμποτίζει το πεπρωμένο τους: Ελληνοτουρκικός πόλεμος, εμφύλιος, «καχεκτική δημοκρατία», μεταναστευτική (δι)έξοδος, δικτατορία, Μεταπολίτευση, «Αλλαγή», τουριστική ανάπτυξη, μεταναστευτικές εισροές κ.ά.
Ο Χατζόπουλος έγραψε αυτές τις ιστορίες μεταξύ 2010 και 2013, αλλά, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, αυτό το βιβλίο κεντρίζει ακόμα και τον ελάχιστα υποψιασμένο αναγνώστη/στρια, προκαλώντας τον/την να αντιμετωπίσει κριτικά την εμβληματική λέξη του Μητσοτακισμού, την «κανονικότητα», και να οδηγηθεί στην αμφισβήτηση – αν όχι στην απόρριψη – της αντίληψης που την τροφοδοτεί.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, μια γλώσσα «κανονική» που λειτουργεί «μη κανονικά», και το φαινομενικά αντικειμενικό ύφος του, πολλαπλασιάζουν τη δύναμη της γραφής του προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Χατζόπουλος παίζει με την καθαρεύουσα, παίζει με την ειρωνική χρήση της, με το υπονομευτικό χιούμορ, με τα σχήματα λόγου ή τις παρηχήσεις, και υιοθετεί μια προσέγγιση που παραπέμπει στο αστυνομικό δελτίο και στις στήλες των «Κοινωνικών» του παραδοσιακού επαρχιακού και αστικού Τύπου. Ετσι, φωτίζει λοξά την «έξω» αλλά και τη «μέσα» ζωή των ανθρώπων που μνημονεύει, χωρίς παρόλα αυτά να τους ερμηνεύει ψυχολογικά. Και καταφέρνει να μιλήσει για το σήμερα αλλά και να το υπερβεί, σχολιάζοντας τη χρήση της έννοιας του «κανονικού».
Στον Ιστορικό Ενεστώτα, ο τρίχρονος Γιώργος από τον Πλάτανο Κυνουρίας, «σβέλτος σα βελζεβούλης», πεθαίνει μη κανονικά το 1929, όταν καταπίνει σαν καραμέλες τα κανονικά χάπια κινίνου που οι μεγάλοι έπαιρναν για να μην πεθάνουν από την ελονοσία. Απ’ τη μεριά του, ο Ιωσήφ Βιδηλάκης, παιδί έκθετο στο Βρεφοκομείο Ηρακλείου, που σπούδασε κανονικά αλλά αγαπήθηκε τσιγκούνικα και εγωιστικά από τους θετούς γονείς του, πεθαίνει το 1996 ως μέλος μιας θρησκευτικής σέκτας, με ομαδική αυτοκτονία. Είχε μεγαλώσει με ψέματα για την καταγωγή του, στον στρατό, το 1986, τον είχαν πιάσει στα πράσα με τον έφεδρο, και οι γονείς του, «νεοπαγείς σοσιαλιστές», επέμεναν «να συγκαλυφθεί όχι μόνο το σκάνδαλο αλλά και η πέτρα του». Ωσπου πήγε στην Αγγλία για μεταπτυχιακά στη Φαρμακευτική και φρόντισε να εξαφανιστεί για χρόνια.
Ηταν «κανονική» ή «μη κανονική» η πορεία του; Και η Ελένη Γκαστιούδα; Σ’ όλη της τη ζωή ονειρευόταν έναν δρόμο «μη κανονικό» και τελικά τη σκότωσε η «κανονικότητα». «Ατιθάσευτο πλάσμα» που μεγάλωσε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, ήθελε να ακολουθήσει τον δικαστικό κλάδο, αλλά οι γονείς της ήσαν χαρακτηρισμένοι δημοκρατικοί. Ετσι κατέληξε συμβολαιογράφος το 1974 στην Πάτρα, αλλά συνέχισε να αρνείται να παντρευτεί με προξενιό. Ενας έρωτας με έναν νεότερό της, μάστορα σε συνεργείο, της έδωσε φτερά. Ομως δεν μπόρεσε να αντέξει τους λεκτικούς εξευτελισμούς που συνόδευσαν το σκάνδαλο. Ο άνεμος των αλλαγών δεν άλλαξε τις νοοτροπίες… Ετσι το 1992 σύρθηκε σε έναν γάμο με έναν χωρισμένο πατέρα. Το πότε θα δραπέτευε ήταν πλέον θέμα χρόνου.
Τι απαντά λοιπόν στην «Εφ.Συν.» ο Χατζόπουλος, για τη διάκριση «κανονικού»-«μη κανονικού»; Είναι αντικειμενική ή κατασκευασμένη;
«Η έννοια του “κανονικού” είναι κατασκευασμένη και σχετική, αφού διακρίνεται για την ιστορικότητά της. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όπως και άλλες, για ιδεολογικούς λόγους και συνδέεται με κάθε είδους κανόνα, με κάθε τι που θεωρείται “κατά κανόνα” σύνηθες. Συνδέεται με το ομαλό και το “μέτρο” που είναι μια άλλη λέξη για τον κανόνα. Η έννοια και μαζί της η λέξη διακρίνονται για τον πλούτο των χρήσεών τους. Το 1998 δημοσίευσα ένα ποιητικό βιβλίο με αυτό τον τίτλο, Κανόνας, όπου μιλούσα για έναν κανόνα ζωής, τον βασικό και χωρίς εξαιρέσεις κανόνα, αυτόν της θνητότητας. Από εκεί και πέρα, μύριοι όσοι κανόνες και κανονικότητες μας περιβάλλουν: από την επαναληπτικότητα της καθημερινής ζωής μέχρι όσα κάποτε αποτελούσαν εξαιρέσεις, τα οποία έχουν πλέον ενταχθεί ή τείνουν να ενταχθούν στους κανόνες, ή εξαιρέσεις που μέσω της εξαιρετικότητάς τους αποτελούν μέρος του κανόνα, ο οποίος δεν νοείται χωρίς αυτές. Διαφορετικά, ο κανόνας και η κανονικότητα αποκτούν απόλυτο και ολοκληρωτικό χαρακτήρα και χάνουν την έννοια του μέτρου από την οποία εκκινούν. Ετσι, στην ουσία, ο κανόνας διαμορφώνει τόσο το κέντρο όσο και τα άκρα και δεν έχει τίποτα το έμφυτο».
