Την Παρασκευή το απόγευμα παρακολουθούσα το δελτίο ειδήσεων ενός τηλεοπτικού σταθμού.
Σε αυτό το δελτίο γινόταν μνεία για το άρτι δημοσιευθέν τραγούδι με τίτλο «Στη χώρα των αθώων» (στίχοι: Μάνος Ελευθερίου, μουσική: Μίλτος Πασχαλίδης) το οποίο είναι αφιερωμένο στον αδικοχαμένο Βαγγέλη Γιακουμάκη. Οταν έγινε αναφορά στον Βαγγέλη Γιακουμάκη, του προσέδωσαν και το επίθετό του διαφορετικού. Μου γεννήθηκε λοιπόν το εξής ερώτημα: αξίζει ένα θύμα εκφοβισμού όπως ήταν ο Βαγγέλης και κάθε άνθρωπος που βρίσκεται στη δυστυχή θέση του θύματος του «κοινωνικού εκφοβισμού» να χαρακτηρίζεται διαφορετικός; (Με τον όρο κοινωνικό εκφοβισμό αναφέρομαι στην πρακτική της κοινωνίας να περιθωριοποιεί με αυθαίρετα και ανυπόστατα στερεότυπα ορισμένα από τα μέλη της.)
Η θέση μου λοιπόν στον χαρακτηρισμό οποιουδήποτε συνανθρώπου μας με το επίθετο διαφορετικός είναι η ακόλουθη: αρχικά το να χαρακτηρίζεις κάποιον διαφορετικό είναι περιττό διότι όπως η επιστήμη της βιολογίας και ιατρικής μας έχει αποδείξει κάθε άνθρωπος και γενικότερα κάθε πλάσμα είναι διαφορετικό, δεν είναι δηλαδή πανομοιότυπο με κανένα, φέρει διαφορετικά στοιχεία και ιδιότητες.
Είναι επίσης άστοχος και υποτιμητικός υπό την έννοια ότι μερικοί συνάνθρωποί μας το χρησιμοποιούν για να αναφερθούν στους κοινωνικά περιθωριοποιημένους και κατατρεγμένους ακόμα και όταν είναι φιλικά προσκείμενοι σε αυτούς (μάλιστα αρκετοί από τους τελευταίους, αντιλαμβανόμενοι την υφέρπουσα αστοχία του χαρακτηρισμού διαφορετικός, χρησιμοποιούν αντί αυτού τον χαρακτηρισμό ιδιαίτερος, ο οποίος επίσης είναι άστοχος για τους ίδιους λόγους που είναι άστοχος και ο πρωτύτερος). Πού κρύβεται λοιπόν η αστοχία; Κρύβεται στο ότι ενώ δεν έχουν την πρόθεση να συμβάλουν στην περιθωριοποίησή τους αναφερόμενοι σε αυτούς με άλλες προσβλητικές ταμπέλες επιλέγουν το επίθετο διαφορετικός.
Είναι επίθετο το οποίο γίνεται με τη σειρά του ταμπέλα, διότι αυτοί οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί όπως όλοι μας είμαστε μεταξύ μας, απλώς τυγχάνει να φέρουν ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία σε αυτή την κοινωνικο-ιστορική πραγματικότητα θεωρούνται επίψογα.
Και ο λόγος που θεωρούνται επίψογα είναι το ότι δεν έχουμε πολιτισμικά ωριμάσει ή δεν έχουν υπάρξει οι συνθήκες οι οποίες θα μας φέρουν τις αντιλήψεις μας κοντά σε αυτή την ωριμότητα. Μια ωριμότητα η οποία θα μας βοηθούσε να συνειδητοποιήσουμε τη φαιδρότητα και το ανυπόστατο αυτών των μεσαιωνικών και εγκληματικών αντιλήψεων. Αντιλήψεις οι οποίες δεν συνάδουν με την αλματώδη εξέλιξη του πολιτισμού μας σε άλλους τομείς και οι οποίες καταπιέζουν τους «διαφορετικούς» συνανθρώπους μας καθιστώντας δυσβάσταχτη την ανεπανάληπτη από όσο γνωρίζουμε ζωή τους.
Τέρμα λοιπόν στις κλισέ διακηρύξεις τύπου «όχι στη μισαλλοδοξία, ναι στο διαφορετικό». Σύνθημά μας -και μέλημά μας να το υιοθετήσουμε και να το διαδώσουμε- πρέπει να είναι «όχι στη μισαλλοδοξία, ναι σε όλους τους συνανθρώπους κάθε προσωπικότητας και πεποιθήσεων».
Ετσι θα απαλλαγούμε από τις μελανές οπισθοδρομικές απόψεις του παρελθόντος (π.χ. οι αρχαίοι Ελληνες αποκαλούσαν τους αλλοεθνείς βάρβαρους όχι μόνο λόγω του ήχου της γλώσσας τους, αλλά και λόγω της πεποίθησής τους ότι έχουν κατώτερο πολιτισμικό επίπεδο.
Βάρβαρους αποκαλούσαν και τους Πέρσες, που είχαν έναν εξαιρετικά αναπτυγμένο πολιτισμό και μέσα από το παράδειγμά τους καταλαβαίνουμε το στερεοτυπικό του χαρακτηρισμού) και θα αναπτύξουμε μεταξύ μας ομόνοια και σεβασμό, αξίες οι οποίες λείπουν δυστυχώς σήμερα, που θα μας οδηγήσουν σε νέα βήματα προόδου.
Αφιερωμένο στον καθηγητή μου Ν. Χαλεπλή που μου έμαθε να μην εφησυχάζω, να προβληματίζομαι και να σκέφτομαι πέρα από την πεπατημένη.
Σουζάνα Γεωργούση, φοιτήτρια
