ΤΟΥΣ ΣΥΝΔΕΕΙ ΑΡΡΗΚΤΑ ο Κουτσοφλέβαρος. Ο Κώστας Βάρναλης γεννιέται τέτοιες μέρες του 1884 και ο Κωστής Παλαμάς πεθαίνει σαν σήμερα, μεσούσης της Κατοχής, το 1943. Οι παρακάτω ερωτικοί στίχοι τους θα μπορούσε να διαβαστούν ως οιονεί μεταξύ τους διάλογος. Το ποιοι είναι ποιου επαφίεται στην κρίση σας.
ΤΑΠΕΙΝΩΣΥΝΗ Η περηφάνια μου είναι να σταθώ/ γυμνός μπροστά σου· κάτου η περηφάνια!/ Σου φέρνω την ψυχή μου, αστάλωτον ανθό/ τη σκέψη μου σου φέρνω, την ορφάνια,/ σου φέρνω την αγάπη μου, τη φτώχια./ Ηρθα, και θέλω να δεθώ στου πόθου σου τα βρόχια.// Σου φέρνω το γυαλί που καθρεφτίζει/ του ηλιού τα γέρματα όλα, όλα τ’ αστέρια·/ όπως σ’ αρέσει κ’ η όρεξή σου όπως ορίζει,/ σύντριψέ το με τα χρυσά σου χέρια.// Στη χώρα των απέραντων ονειρευτά/ ταξίδια, ευτυχισμένα κατευόδια…/ Κάλλιο από σας έχω τη γη που με πατάν τα λατρευτά,/ τα πλαστικά σου πόδια…
ΣΥΜΠΟΣΙΟ Ανοίχτε στα τραπέζια απλοχωριά/ για την ωριά,/ που με τ’ αψό/ κορμάκι θα προβεί το μελαψό// να χορέψει. Κι απά στα φιδωτά/ ψηφιδωτά/ απλώστε, ω νια/ σκλαβόπουλα, τα φρέσκα γιασεμιά.// Και φέρε σε κροντήρι ξομπλιαστό/ κρασί λιαστό/ κι άλλο κρασί,/ με τα μικρά τα δαχτυλάκια εσύ.// Και στις κολόνες, που πρασινωπά/ κλαριά νωπά,/ κισσού κλαριά,/ με τα κομμένα φύλλα και τ’ αριά// τις ζώνουνε για την καλή γιορτή,/ ας μπούνε ορτοί/ και σιμωτά/ καθρέφτες με στεφάνια ασημωτά:// να χιλιάζουν το κάλλι της τ’ αχνό/ μες στον αχνό,/ όπου γι’ αυτή/ θα βγάνει όσο λιβάνι θ’ αναφτεί.// Ω! υψώστε τις φωνούλες τις ψιλές!/ Τις αψηλές/ δάδες, ω νιοι,/ χαμηλώστε! Τα πέπλα της ανεί// και τα πετάει! Και λάμπει στο γερό,/ το λυγερό/ κορμί που αχεί,/ οι σκιές που με νάρδο έχουν βραχεί.// Φουντώσαν οι καπνοί της κεφαλής// Φαλλής! Φαλλής!/ Με την ορμή,/ που ακράτητο μας κάνει το κορμί,// ας πάρει όποιο κορίτσι κάθε νιος/ ομορφονιός,/ μα τη Γοργώ,/ τη φλόγα τη χορεύτρα, μόνο εγώ!
ΗΤΑΝ ΑΡΓΑ Στην καρδιά δεν είχε αγκάθι,/ στο μυαλό τριβέλ’ η Αγάθη:/ πάντα πρίμο τον αέρα/ νύχτα μέρα!/ Ηξερε, πως αν τα κλείσει,/ άλλη δεν υπάρχει λύση/ κ’ έτσι βάλτηκε νωρίς/ ναν τους έχει τρεις./ Εναν είχε το συμβίο,/ τον καλό κουμπάρο δυο,/ τρίτον, παληκάρι αψό, του συμβίου τον ανιψό./ Μονοιασμένοι, αγαπημένοι,/ τέσσερις αγκαλιασμένοι!/ Δέκα χρόνια; Είκοσι χρόνια;/ Μα σαν ήρθανε τα χιόνια/ και μαράθηκε το σώμα,/ πριν καλοχορτάσει ακόμα,/ και λακήξανε μιαν Τρίτη,/ πρώτοι, δέφτεροι και τρίτοι,/ χτύπαε το ξερό η Αγάθη/ στην κοτρώνα για να μάθει:/ «Τόσα χρόνια, τρεις μονάχα;/ Χίλιους να ’χα!».
ΗΔΟΝΙΣΜΟΣ Από τραγούδια έν’ άυλο κομπολόι/ σ’ εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω./ Με τα παιγνίδια εγώ θα σε λιγώσω/ και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.// Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω/ για να φάω το κορμί σου που με τρώει./ Του λαγκαδιού σου τη δροσάτη χλόη/ με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.// Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα/ που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα,/ μ’ όλο μου το κορμί, να σε ποτίσω.// Και στα πόδια σου τ’ ασπροσκαλισμένα,/ δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,/ στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.
