Στο τραγούδι θα το ρίξω σήμερα, ταυτιζόμενος, αν θέλετε, ως έγκλειστος, με αυτούς που βγαίνουν στις βεράντες ή στα παράθυρα τραγουδώντας και χειροκροτώντας τους νοσηλευτές των θυμάτων του ανελέητου ιού. Είναι μια σεβαστική αναφορά στον σπουδαίο συνθέτη Απόστολο Καλδάρα, που στις 8 Απριλίου συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή, μία μέρα μετά τα γενέθλιά του (7 Απριλίου 1922), στα 68 του.
Και για να τον θυμίσω καλύτερα, μερικοί τίτλοι ανθεκτικών τραγουδιών του από τα 600 που έχει γράψει: «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Εβίβα ρεμπέτες», «Αμα θες να φύγεις φύγε», «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά», «Ενα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι», «Ενα αστέρι πέφτει πέφτει», «Πετραδάκι πετραδάκι», «Σ’ ένα βράχο», «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι», «Στ’ Αποστόλη το κουτούκι», «Στάσου στο 14», «Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις», «Λαϊκό τσα τσα», τα εμβληματικά άλμπουμ «Μικρά Ασία» και «Βυζαντινός εσπερινός» κ.ά. Με δικούς του στίχους, αλλά και Βίρβου, Παπαδόπουλου, Πυθαγόρα, Παπαγιαννοπούλου κ.α. Και από τραγουδιστές, πλην του ιδίου: Βαμβακάρης, Παγιουμτζής, Τσιτσάνης, Χασκίλ, Χιώτης, Κυριαζής, Τσαουσάκης, Γεωργακοπούλου, Νίνου, Χρυσάφη, Μπέλλου, Μαρινέλλα, Μπιθικώτσης, Μοσχολιού, Νταλάρας, Αλεξίου, Πάριος κ.ά.
Σπουδασμένος
Γεννημένος στα Τρίκαλα (όπως και ο Τσιτσάνης), μολονότι λαϊκός συνθέτης, υπήρξε από τους σπουδασμένους. Τελειώνοντας το γυμνάσιο πέρασε στη Γεωπονική Σχολή Θεσσαλονίκης – να ’χει μια δουλειά για βιοπορισμό. Από μικρό, ωστόσο, τον είχε τραβήξει το τραγούδι. Μαθητής άρχισε να παίζει κιθάρα και μπουζούκι, ενώ για ένα διάστημα παίρνει μαθήματα μουσικής. Αφηγείται ο ίδιος στον Τάσο Σχορέλη («Ρεμπέτικη Ανθολογία», β’ τόμος, εκδ. Πλέθρον, 1978):
«Η συνοικία που πρωτοείδα το φως του ήλιου είναι τα λεγόμενα “Αράπικα”, συνοικία που μπορεί κανείς να την πει κεντροακραία, γιατί είναι κοντά στο κέντρο της πόλης, αλλά και ακραία, λόγω του τότε “σχεδίου πόλεως”. Eίχε όμως κοινά σύνορα με τον τότε νεότευκτο οικισμό των προσφύγων που είχαν έρθει από τη Μ. Ασία, τα “προσφυγικά”, όπως τα λέγανε […] Διότι με τον ερχομό τους εδώ οι πρόσφυγες δεν φέρανε μόνο την προκοπή τους […]. Φέρανε τα καινούργια ακούσματα –άγνωστα στους ντόπιους– που έμελλε να γίνουν σε λίγο η βάση του λαϊκού μας τραγουδιού».
Οντας στη Θεσσαλονίκη γράφει και ηχογραφεί το τραγούδι «Μάγκας βγήκε για σεργιάνι», μάλιστα σε δυο εκτελέσεις – από την Οντεόν με τον Μάρκο Βαμβακάρη και από την Κολούμπια με τον Στράτο Παγιουμτζή. Επόμενος σταθμός η Αθήνα. Και εδώ συναντιέται με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, που τον παρουσίασε στον παντοδύναμο Μίνω Μάτσα, τον αφέντη της Παρλοφόν (την κατοπινή Μίνως). Και από εκεί του ανοίγεται ο δρόμος.
Τραγούδια, εμφανίσεις σε μαγαζιά με γνωστά ονόματα, κάποιες κινηματογραφικές ταινίες, ώς το 1965, οπότε τον βρίσκει το κακό: χάνει την εντεκάχρονη κόρη του και αποφασίζει να μην ξαναεμφανιστεί σε κέντρο. Του απομένει ο γιος του Κώστας (που ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα του) ενώ σιγά σιγά ανακτά τη διάθεση για δημιουργία.
Της λογοκρισίας
Ο Απόστολος Καλδάρας είχε το μερίδιό του στις επεμβάσεις της λογοκρισίας, με πιο κραυγαλέο θύμα το πασίγνωστο «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», σε στίχους του ίδιου. Ενα τραγούδι του 1945, κοινωνικο-πολιτικού περιεχομένου, με «ήρωα» ένα φυλακισμένο στο Γεντί Κουλέ παλικάρι. Τραγούδι που κατέληξε να γίνει –και να παραμείνει– ερωτικό. Oι αρχικοί στίχοι:
«Νύχτωσε και στο Γεντί / το σκοτάδι είναι βαθύ / κι όμως ένα παλληκάρι / δεν μπορεί να κοιμηθεί. / Αραγε τι περιμένει / όλη νύχτα ώς το πρωί / στο στενό το παραθύρι / που φωτίζει το κελί. / Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει / μα διπλό είναι το κλειδί / τι έχει κάνει και το ρίξαν / το παιδί στη φυλακή». Και ιδού πως έπειτα από αλλεπάλληλες «επεμβάσεις»… συμμορφώθηκε: «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι / το σκοτάδι είναι βαθύ / κι όμως ένα παλληκάρι / δεν μπορεί να κοιμηθεί. / Αραγε τι περιμένει όλη η νύχτα ώς το πρωί / στο στενό το παραθύρι / που φωτίζει με κερί. / Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει / με βαρύ αναστεναγμό / ας μπορούσα να μαντέψω / της καρδιάς του τον καημό».
Πάνε δηλαδή το Γεντί (έγινε… φεγγάρι), το διπλό κλειδί (έγινε… κερί), αλλαγμένοι τελείως οι τρεις τελευταίοι στίχοι, συμπεριλαμβανομένης και της φυλακής…
Γνώρισα τον Απόστολο Καλδάρα σ’ ένα τηλεοπτικό «Παρασκήνιο» το 1976. Εκεί και η σύζυγός του και ο γιος τους Κώστας, καθώς και ο Γιάννης Κυριαζής, που τραγούδησε μαζί με τον συνθέτη, για την εκπομπή, το «Εβίβα ρεμπέτες». Από τα όμορφα της δουλειάς μας…
