ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Ψυχοπαίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέσα στα κρυμμένα μονοπάτια των χυμών και των ασμάτων της καθημερινής μοναχικότητας ο ποιητικός λόγος της Κικής Δημουλά ταξιδεύει στην άγρια ελευθερία του Ορίζοντα, στο πείσμα των απαγορευτικών του απόπλου. Ποιο ταξίδι θα τη συνοδεύσει;

Ενα ταξίδι στα σύννεφα με δημόσιο καιρό άστατο και ταραγμένο και την ποιήτρια παραδομένη στους κεραυνούς και στις καταιγίδες, αλλά προφυλαγμένη στην ασφαλή κρυψώνα μιας κρυστάλλινης, εκθαμβωτικής ποιητικής ασάφειας. Η ψυχής της, πουλί πετούμενο στον άπιαστο ουρανό και με τον λαθρεπιβάτη αέρα να ξεμαλλιάζει των τραγουδιών της τα λόγια.

Με τα ασθενοφόρα οχήματα της ποίησής της, με τις απρόβλεπτες, εθελόντριες λέξεις για συνοδούς, και με εθελοντές-όνειρα για διασώστες, να παλεύει με οδύνη να απεγκλωβίσει από τα ερείπια σώο και αβλαβές το φως και να σαλπίσει τη νικητήρια είδηση της ζωής. Επιθυμώντας διακαώς να ξεκρεμάσει τη ζωή από τις σκιές, να φιλήσει την Ανοιξη με τρόπο σταυρωτά που να μη βγαίνει.

Η ποιητική σκέψη της σφηνωμένη αγιάτρευτα ανάμεσα στην επίγνωση και την ελπίδα, ανάμεσα στην ικεσία και την προστακτική φωνή, ανάμεσα στην εξήγηση και το ανεξήγητο, μετέρχεται όλους τους δυνατούς ρυθμούς και απορρυθμίσεις και με λέξεις-ταραξίες ξαναφτιάχνει έναν κόσμο μεθοδευμένης αναρχίας, σαν ρούχο φορεμένο ανάποδα, για να ξαναβρεί την καλή του.

Με τους στίχους της εισέρχεται άφοβα στο διατηρητέο χάος γύρω της και εκβιάζει να γεννηθεί ένα βαθύ αίσθημα παμπάλαιο, χρόνια ναυαγισμένο, αρχέγονο και μαζί αιφνιδιαστικά νέο· αμέτρητα τα θαύματα του λόγου, κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει ακόμη η ελπίδα. Ούτε η ίδια. Και η ποιήτρια, ευάλωτη και ξεχασμένη στις έρημες ακτές της σαρκός, με τη δίψα του ναυαγού, διεκδικεί τα προς το ζην ανάμεσα στη νοσταλγία, την προσδοκία και τη διάψευση. Και τα καράβια που περνούν στο βάθος του ορίζοντα και στον βυθό των ονείρων δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση, μια μάταιη ελπίδα, που ζητά απελπισμένα να διαψευστεί.

Αυτή η μεγάλη κυρία των αδυναμιών της, αυτή που ανδραγάθησε στον μεγάλο πόλεμο κατά της βεβαιότητας, αντίπαλος με τον υπέργηρο χρόνο και το ερειπωμένο παρελθόν, χαμένη μέσα στα οργισμένα πλήθη των ονείρων, αποκαλύπτεται τώρα εμπρός στην άσπονδη, τη γυμνή, μαύρη αλήθεια του κόσμου.

Στην αποκάλυψη αυτήν απαγορεύεται η ρήψις δακρύων. Η ωριμότητα, το αντίδωρο αυτό της χαμένης εφηβείας, είναι από μόνη της αλμυρή λύσσα. Χωρίς δάκρυα συνταιριάζονται και η μνήμη με τη λήθη, σ’ ένα σκληρό παιχνίδι διελκυστίνδας, σε αδιέξοδο εμφύλιο αγώνα εξουσίας, διεκδικώντας τα εύρετρα μιας αβέβαιης ζωής. Μιας ζωής κατάματα στο αδιόρατο και το αναπόφευκτο, με τα μάτια της ποίησης πάντα ερμητικά ανοιχτά, μάτια σε εξουθενωτικές συνεχείς εφημερίες για τα επείγοντα περιστατικά του βίου.

Η ποιήτρια, με αιχμαλώτους πολέμου-συνειρμούς, με ταχύτατους Ερμήδες της γλώσσας, με άπτερα έπεα, με τραυματιοφορείς στίχους, με λαχανιασμένους αγγελιαφόρους των συσχετίσεων και των αιφνίδιων εικόνων, αντιστέκεται στον γοργό πατέρα της ροής μας, τον Χρόνο.

Μαζί με όλους του ονείρου της τους καλεσμένους δεν παζαρεύει τη νοσταλγία, απεχθάνεται το συνταξιούχο ψέμα και στέκεται με τρυφερό και αμείλικτο λόγο, με λυπημένη εγκαρτέρηση και περήφανη ξενότητα απέναντι στο χαμένο -και ποιητικά ξανακερδισμένο- στοίχημα του Χρόνου.

«Μία και ξένη είμαι κι εγώ σ’ αυτόν τον κόσμο από τον επόμενο ήρθα και στον προηγούμενο θα ξαναγυρίσω, μόλις πετάξει κέρμα στους μετανάστες οδόντες μου ο τσιγκούνης καιρός»

Η ποιήτρια αναστοχάζεται μελαγχολικά την αιώνια νεότητα με τον αδυσώπητο χρόνο του τέλους ωσεί παρόντα.

Μέσα στον ωκεανό της λύπης για το ανθρώπινο πεπερασμένο η παυσίπονος σταγόνα της ποίησης ζωογονεί τη δειλή επιθυμία για ακόμα μια μικρή φέτα ζωής.

…«θέλω μια άκρη μόνο απ’ αυτή την ντροπαλή βραδύτητα με την οποία μασάει τη ζωή η νεότητα», θα γράψει.

Η συγκίνηση με την ήρεμη, συμπαντική λύπη που ξεχειλίζει, αυτή η ποίηση ταξίδεψε σε όλα τα γειτονόπουλα του ουρανού της, αφού πρώτα μας έκανε με τον σπάνιο τρόπο της κοινωνούς, συμμέτοχους, συμπάσχοντες αλλά και συμποιητές ενός μοναδικού σύμπαντος ποιητικής διερώτησης και απορίας άξιου.

«Σιγά, σιγά να ξαναβρεί το λέγει της η μνήμη, να δώσει ωραίες συμβουλές μακροζωίας σε ό,τι έχει πεθάνει» (25-1-2019) έγραψε η Κική Δημουλά στο βιβλίο επισκεπτών της έκθεσής μου «Τα ποιητικά», που περιλάμβανε πολλά από τα έργα της εικαστικής-ποιητικής μας «Συνάντησης».

Μας χαρίζει όχι ενός, αλλά πολλών λεπτών μαζί τη συντροφιά.

Μας κληροδοτεί τη δύναμη μιας ποίησης που αντέχει, υπομένει και διαρκώς αναρωτιέται, απορεί και αναμένει.