ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Α.Μ. Τσίγκου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η βλαχική ή αρομουνική είναι γλώσσα προφορικής κυρίως παράδοσης (γραπτά κείμενα στη γλώσσα αυτή κάνουν την εμφάνισή τους σποραδικά από τα τέλη του 18ου αι.), ανήκει στον ανατολικό-βαλκανικό κλάδο των νεολατινικών ή ρομανικών γλωσσών (όπως τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά και τα ρουμανικά) και επιβίωσε για αιώνες στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα, κυρίως στην οροσειρά της Πίνδου, καθώς και σε κάποιες γείτονες χώρες (όπως η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία).

Προέρχεται από την ανατολική βαλκανο-ρομανική, η οποία μετά τον 10ο αιώνα μ.Χ. διασπάστηκε σε επιμέρους γλώσσες. Παρά κάποιες ομοιότητες με τη ρουμανική, την πλησιέστερη σε αυτή γλώσσα, δεν είναι διάλεκτός της. Αποτελεί αυτόνομη γλώσσα, υπό την έννοια ότι εξελίχθηκε για πάνω από 1.000 χρόνια ανεπηρέαστη από τις ομόρριζές της γλώσσες.

Λόγοι καθιέρωσης συστήματος γραφής της βλαχικής

Στα Ιωάννινα, πριν από λίγο καιρό, πραγματοποιήθηκε επιστημονική ημερίδα με τίτλο «Η γραπτή απόδοση των γλωσσών προφορικής παράδοσης – Η περίπτωση της βλάχικης γλώσσας», που συνδιοργανώθηκε από το Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και τη νεοϊδρυθείσα Επιστημονική Εταιρία Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων.

Η σημαντική αυτή πρωτοβουλία ειδικών επιστημόνων, κυρίως γλωσσολόγων, επικεντρώθηκε στην προσπάθεια να διασωθεί η βλαχική γλώσσα μέσα από τη διάδοση μιας κοινώς αποδεκτής γραπτής μορφής της. Στο πλαίσιο αυτό ακούστηκαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις για το θεμα και διατυπώθηκαν συγκεκριμένες θέσεις για το αλφάβητο της βλαχικής, που τροφοδότησαν τον διάλογο και έγειραν τη ζωηρή ανταπόκριση του βλαχόφωνου κοινού.

Οι νεότεροι κυρίως ομιλητές ή δυνάμει ομιλητές της γλώσσας εκφράζουν τη διάθεση όχι μόνο να τη μιλούν, αλλά και να τη γράφουν. Ετσι, όπως ανέφερε ο Σταμάτης Μπέης, ερευνητής στην Ακαδημία Αθηνών και μέλος της επιστημονικής επιτροπής της ημερίδας, «παρά το γεγονός ότι η βλαχική θεωρείται γλώσσα προφορικής κυρίως παράδοσης, τα πεδία γραπτής χρήσης της έχουν διευρυνθεί. Πέραν του διαρκώς αυξανόμενου όγκου επιστημονικών περιγραφών της, παρατηρείται μια αυξανόμενη γραπτή χρήση της. Αυτή εντοπίζεται κυρίως στη λογοτεχνική παραγωγή, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και στις νέες τεχνολογίες: διαδίκτυο (ιστοσελίδες, ηλεκτρονική αλληλογραφία) και μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook κ.λπ.). Τούτο σημαίνει ότι θα μπορούσε, αφού συμφωνηθεί το σύστημα γραφής, να δημιουργηθεί ειδικό πληκτρολόγιο για τη βλαχική.

Η βλαχική διδάσκεται με ιδιωτική πρωτοβουλία και κυρίως από συλλόγους Βλάχων, που εκφράζουν την ανάγκη να βρεθεί ένα σύστημα γραφής απλό στη χρήση, οικονομικό σε γράμματα και κατανοητό από όλους τους μαθητές του, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, ηλικίας ή καταγωγής [παραφρασμένη μαρτυρία από την τοποθέτηση δασκάλου της βλαχικής].

Στο παρελθόν έχουν γίνει συστηματικές προσπάθειες για τη γραφή της βλαχικής, οι οποίες όμως διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε το ελληνικό αλφάβητο και αργότερα επικράτησαν διάφορες εκδοχές του λατινικού, χωρίς καμιά να έχει καθιερωθεί ακόμη ως κοινή, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται διδάσκοντες και διδασκόμενοι.

Οπως συμβαίνει συνήθως με τις γλώσσες προφορικής παράδοσης, η γραπτή απόδοση της βλαχικής προσκρούει στη δυσκολία αναπαράστασης κάποιων από τους φθόγγους της με απλό γράμμα. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει πάντοτε αντιστοιχία: ένας φθόγγος προς ένα γράμμα. Ετσι πολλοί φθόγγοι αναπαριστώνται με διακριτά σημεία, τοποθετημένα πάνω, κάτω ή δίπλα στο γράμμα (όπως τα «γράμματα» ă ή ê), αλλά και με συνδυασμούς γραμμάτων (όπως τα συμφωνικά συμπλέγματα sh ή gh), γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την εκμάθησή τους.

Η βλαχική, όπως κάθε γλώσσα κυρίως προφορικής παράδοσης, δεν έχει ομοιογένεια: αποτελεί ένα σύνολο τοπικών διαλέκτων και ιδιωμάτων. Συνεπώς σκοπός μιας τέτοιας πρωτοβουλίας «δεν είναι να την ομοιογενοποιήσουμε, αλλά να καταγράψουμε όλη αυτή την πολυμορφία της», όπως τόνισε ο Βασίλης Νιτσιάκος, καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και πρώτος πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρίας Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων. Το εγχείρημα αυτό δυσκολεύει μεν σημαντικά το έργο των ειδικών, οι οποίοι πρέπει να βρουν σύμβολα-γράμματα για όλους τους δυνατούς φθόγγους κάθε ποικιλίας της γλώσσας, αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί γι’ αυτούς κι ένα στοίχημα: να ανταποκριθούν στην επιθυμία του συνόλου των ομιλητών της γλώσσας χωρίς διακρίσεις, σεβόμενοι την αρχή της επιστήμης της γλωσσολογίας για μη ρυθμιστικού χαρακτήρα τυποποίηση.

Παρά το γεγονός ότι ακόμη και γλώσσες με γραπτή παράδοση απειλούνται με εξαφάνιση, η καθιέρωση ενός συστήματος γραφής θα έδινε ώθηση στη βιωσιμότητα της βλαχικής, τόνωση στους ίδιους τους βλαχόφωνους και έμπνευση σε όσους από αυτούς επιθυμούν να καταγράψουν αφηγήσεις, ιστορίες και παραμύθια, ήθη και έθιμα του τόπου τους, για να τα μεταδώσουν στις επόμενες γενιές.

Η καθιέρωση ενός συστήματος γραφής της βλαχικής ιδανικά θα δώσει το έναυσμα να ληφθούν αντίστοιχες πρωτοβουλίες για όλες τις γλώσσες, διαλέκτους και ντοπιολαλιές που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν στην Ελλάδα.

Στον πλανήτη σήμερα ομιλούνται περίπου 7.000 γλώσσες και διάλεκτοι. Στην Ευρώπη ανέρχονται περίπου σε 300. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Ατλαντα Απειλούμενων Γλωσσών της UNESCO, η βλαχική, η αρβανίτικη, η εβραιο-ιταλική, η εβραιο-ισπανική κ.ά. συμπεριλαμβάνονται στις γλώσσες που απειλούνται σοβαρά με εξαφάνιση. Μαζί με τις γλώσσες αυτές εξαφανίζεται κι ένα κομμάτι του πολιτισμού μας. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο σημαντικότερος όμως είναι η μη μετάδοσή τους στις επόμενες γενιές. Συνεπώς είμαστε κι εμείς, ως ομιλητές, υπεύθυνοι για το μέλλον της γλώσσας, της διαλέκτου ή της ντοπιολαλιάς μας. Δεν θα τη μεταδώσουν οι άλλοι στη θέση μας.

Εν κατακλείδι, η πρωτοβουλία που ελήφθη στα Ιωάννινα για τη γραπτή απόδοση της βλαχικής είναι διπλά σημαντική: ανταποκρίθηκε στο αίτημα των ομιλητών να γράφουν στη γλώσσα των προγόνων τους και έθεσε τα θεμέλια για την προσπάθεια της επιστημονικής κοινότητας να υπερασπιστεί με σύνεση, ψυχραιμία και αποφασιστικότητα την προστασία των απειλούμενων με εξαφάνιση γλωσσών, διαλέκτων και ντοπιολαλιών που ομιλούνται για αιώνες στην ελληνική επικράτεια.

Σε ένα κράτος που υπερασπίζεται τη δημοκρατία, την ελευθερία έκφρασης και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η προστασία όλων των γλωσσών που ομιλούνται από τους πολίτες του είναι σεβασμός προς την ίδια του την ταυτότητα και τον πολιτισμό του.

* Επίκουρη καθηγήτρια στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, γλωσσολόγος. Συνυπογράφει με τον Σωτήρη Λίβα, αναπληρωτή καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το βιβλίο «Η προστασία των γλωσσικών μειονοτήτων στην Ευρώπη – Υποσχέσεις και αντιφάσεις» (εκδόσεις Παπαζήση)