Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην ιστορία της δυτικής νεωτερικότητας η γυναικεία αναπαραγωγική λειτουργία έχει υπάρξει επανειλημμένως πεδίο βιοπολιτικών αναμετρήσεων. Για ποιο λόγο όμως το ζήτημα αναπαραγωγικών και σεξουαλικών δικαιωμάτων μπαίνει στη δημόσια σφαίρα εν έτει 2020; Γιατί αμφισβητείται -έστω και εμμέσως- το δικαίωμα μιας γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της και για το εάν και πότε θα κάνει παιδιά τον 21ο αιώνα; Και πώς επιδρά αυτή η αμφισβήτηση στη συγκρότηση της Ελληνίδας ως υποκείμενο;

Η δυσφορία του πολιτισμού αποτυπώνεται ως γνωστόν πρωτίστως στο σώμα μας. Με διάφορους τρόπους. Ισως γιατί αυτός είναι και ο κατεξοχήν χώρος «εκτύλιξης των σχέσεων εξουσίας», όπως σημείωνε ο Μισέλ Φουκό αναφερόμενος στους πειθαρχικούς μηχανισμούς που μετασχηματίζουν και κανονικοποιούν το ανθρώπινο σώμα.

Σε αυτό το πλαίσιο εντατικής κανονικοποίησης και καθυπόταξης των σωμάτων εντάσσεται η καμπάνια σε δημόσιο χώρο για τα αγέννητα παιδιά, πρωτοβουλία του κινήματος «Αφήστε με να ζήσω», το οποίο τοποθετείται ανοιχτά κατά της διακοπής των ανεπιθύμητων κυήσεων. Στο ίδιο πλαίσιο ανήκει και το προ εβδομάδων πρωτοσέλιδο της Sportime για την Ημέρα του Αγέννητου Παιδιού, μια πρωτοβουλία που εξήρε ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Αδωνις Γεωργιάδης, παρουσιάζοντας έτσι την αναπαραγωγική ετεροφυλία ως συνώνυμο της επιβίωσης του έθνους. Ανάλογη ήταν και η προ μηνών τοποθέτηση της Χριστίνας Αλεξοπούλου, βουλευτίνας της Ν.Δ., η οποία είχε επιχειρήσει να συνδέσει τη θέση της Εκκλησίας κατά των αμβλώσεων με τη λύση του δημογραφικού.«Η προστασία του αγέννητου παιδιού συνιστά κορυφαίο ζήτημα ηθικής και αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα στην αντιμετώπιση του δημογραφικού» είχε αναρτήσει στο διαδίκτυο. Είχε προηγηθεί η θέσπιση της ημέρας αγέννητου παιδιού από την Ιερά Σύνοδο, κάτι που δεν θα αποτελούσε από μόνο του θέμα συζήτησης, εάν οι πολιτικοί φορείς δεν έσπευδαν να χρησιμοποιήσουν τα «θεία» εμπλέκοντας την εκκλησιαστική εξουσία με την έννοια του έθνους-κράτους και μεταβάλλοντας έτσι την Εκκλησία σε πολιτικό θεσμό.

Με ποια στόχευση αναπαράγεται λοιπόν μια αναχρονιστική ρητορική που θίγει το δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση του γυναικείου σώματος; Πόσο «χώρο» πρόλαβαν να καταλάβουν οι τεράστιες αφίσες κατά των εκτρώσεων στις 17 στάσεις του μετρό προτού κατεβούν έπειτα από σχετική εντολή του υπουργείου Μεταφορών; Και ποιο είναι το διακύβευμα ως προς της συγκρότηση της Ελληνίδας ως κοινωνικού υποκειμένου, την ανακατασκευή της γυναικείας σωματικότητας και υποκειμενικότητας;

Ως γνωστόν η πειθάρχηση -για την οποία μιλούσε ο Φουκό- δεν αναφέρεται μόνο σε μια σχέση ανοιχτής επιβολής ή καταστολής, αλλά σε διαχεόμενες στον κοινωνικό ιστό σχέσεις παραγωγής υποκειμένων. Το δίκτυο ελέγχου διαπερνά εντέχνως τις ανθρώπινες δράσεις και τις κοινωνικές συμπεριφορές διαμορφώνοντας υποκείμενα. Αυτή η πειθαρχική πολιτική επιτήρησης ρυθμίζει τις πιο ιδιωτικές πτυχές της ζωής ενός πληθυσμού, εξυπηρετώντας συμφέροντα σχετικά με τον έλεγχο της αναπαραγωγής και της σεξουαλικότητας. Σε αυτό συνίσταται ο εποπτικός κοινωνικός έλεγχος της βιοεξουσίας κάτω από τον οποίο τίθενται τα γυναικεία σώματα.

Η συγκρότηση της Ελληνίδας ως κοινωνικού υποκειμένου

Για τον τρόπο που τα έμφυλα υποκείμενα διαμορφώνονται από τον δημόσιο εθνικιστικό λόγο ακόμα και για θέματα γενετήσιας ζωής έχει μιλήσει εκτενώς η Αμερικανίδα στρουκτουραλίστρια φιλόσοφος και σπουδαία θεωρητικός σπουδών φύλων Τζούντιθ Μπάτλερ. Αυτή τη στιγμή μοιάζει να επιχειρείται μια πολιτική επανασυγκρότηση της Ελληνίδας ως κοινωνικού υποκειμένου μέσα από τον κυρίαρχο λόγο για το έθνος, μέσα από τη δημιουργία ενοχών για το δημογραφικό σε κρίση και την αλλοίωση του πληθυσμού.

Η ύπαρξη ορθόδοξων χριστιανικών σωματείων πίσω από την επίμαχη αφίσα ήταν αναμενόμενη. Ολοι περιμένουν από την Εκκλησία να αντιμετωπίσει ως δώρο θεού ακόμα και τη ζωή ενός αγέννητου παιδιού. Αυτό που δεν θα πρέπει να θεωρείται ωστόσο αναμενόμενο είναι μια αντίστοιχη θέση της κοινωνίας απέναντι σε ένα τέτοιο ζήτημα που αφορά την αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος.

Πάει καιρός όμως που η εκκoσμίκευση μας οδήγησε στην κυριαρχία του ορθού λόγου, της νεωτερικής επιστήμης και του πολιτικού λόγου της δημοκρατίας. Το δικαίωμα στη νόμιμη άμβλωση κατακτήθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία του ’70, όταν η Σιμόν ντε Μποβουάρ υπέγραψε το κείμενο των 342 γυναικών που είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε παράνομη έκτρωση εξαιτίας μη επιθυμητής εγκυμοσύνης.

Οι αμβλώσεις νομιμοποιήθηκαν στην Ελλάδα το 1986. Το ΠΑΣΟΚ είχε φέρει το νομοσχέδιο προς ψήφιση στη Βουλή τον Μάιο εκείνης της χρονιάς. Η Νέα Δημοκρατία ήταν σχεδόν το μοναδικό κόμμα που το καταψήφισε επιδεικνύοντας έλλειψη οντολογικής σκέψης, γεγονός που οδηγεί αναπόδραστα στη σύγκρουση του σύγχρονου υποκειμένου με τη νεωτερικότητα.

Εκτοτε έχουν περάσει σχεδόν 35 χρόνια και ζούμε πλέον σε μια εποχή όπου η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή έχει μετεξελιχθεί σε διαδικασία ρουτίνας και η παρένθετη μητρότητα βασική εναλλακτική πρόταση, ενώ η καισαρική τομή εφαρμόζεται στη χώρα μας ακόμα και όταν δεν είναι απαραίτητη.

Γράφοντας λοιπόν το 2020 για δικαιώματα του φεμινιστικού κινήματος, τα οποία έχουν κατακτηθεί εδώ και δεκαετίες, αναγκαζόμαστε να ασχοληθούμε εκ νέου με την κοινωνική κατασκευή της «φύσης» της γυναίκας βάσει των αναπαραγωγικών της λειτουργιών. Θα έπρεπε να μη χρειάζεται να μιλήσουμε για αυτό.

Η μεταμόρφωση ενός δημόσιου χώρου -όπως οι αστικές συγκοινωνίες- σε πεδίο διχασμού μάς αναγκάζει να το κάνουμε. Οπως και το γεγονός πως υπάρχουν πολλές φωνές μέσα σε αυτή τη «φιλελεύθερη κυβέρνηση», που καταμαρτυρούν πως το κράτος επιδιώκει να αυτο-προβιβάζεται σε υπέρτατη αρχή η οποία θα νομιμοποιείται να παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων.