ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Μπορούμε να πούμε ότι το μέλλον του κόσμου εξαρτάται από την υγιή σχέση ελευθερίας και υπευθυνότητας που συμβολίζει η γραβάτα. Δηλαδή, η ελευθερία που δεν εκφράζεται με μέτρο μπορεί να οδηγήσει σε αναρχία και η υπέρμετρη υπευθυνότητα οδηγεί στη δικτατορία… Ο πλούτος των μοτίβων και σχεδίων, το παιχνίδι των χρωμάτων είναι εικόνα της πληθωρικότητας της ζωής και του αυθορμητισμού. Το δέσιμο του κόμπου είναι όμως μια ορθολογική διαδικασία, ένδειξη της αρετής του μέτρου και της πειθαρχίας…», λέει ο δρ Μάριαν Μπούσιτς, ο ιδρυτής της «Academia Cravatica», ενός φορέα που προωθεί την ιδέα της γραβάτας και έχει την έδρα του, φυσικά, στην Κροατία, την πατρίδα της γραβάτας.

Η γραβάτα, λοιπόν, ο «λαιμοδέτης», είναι διακοσμητικό στοιχείο της ανδρικής κυρίως ενδυμασίας, κατά κανόνα της επίσημης, όπως ορίζει το Λεξικό τη μακρόστενη έγχρωμη λωρίδα από μετάξι, βαμβάκι ή δέρμα που τυλίγεται γύρω από τον λαιμό του πουκαμίσου και δένεται με συγκεκριμένο τρόπο (κόμπος), ώστε το μεγαλύτερο τμήμα να κρέμεται κατακόρυφα μέχρι το ύψος του παντελονιού.

Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό «cravatta» κι αυτό από το γαλλικό «cravatte», από τους «Cravates», δηλαδή τους Κροάτες. Και συγκεκριμένα, από το σύνταγμα των Κροατών ιππέων που υπηρέτησαν στη Γαλλία συμμετέχοντας στον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648). Τα μαντίλια που είχαν δεμένα στον λαιμό τους, όταν παρήλασαν θριαμβευτικά στους δρόμους του Παρισιού το 1635, εντυπωσίασαν τον Λουδοβίκο τον 13ο, τόσο που ο βασιλιάς ίδρυσε το σύνταγμα των «Cravattes Royales».

Από τη Γαλλία η γραβάτα πέρασε στο Βέλγιο και την Ολλανδία κι από εκεί στην Αγγλία, όπου το νέο ενδυματολογικό αξεσουάρ των κυρίων διαδόθηκε ευρύτατα στο κοινωνικό σώμα, ξεκινώντας αρχικά σαν διακριτικό γνώρισμα για τα μέλη των ιδιωτικών λεσχών και των κολεγίων.

Πάντως o ειδικός γραβατολόγος κ. Μπούσιτς έθεσε ορθώς το ζήτημα σε πολιτική βάση. Από τη μια έχουμε το κύρος και την επισημότητα, την «εξουσία», ας πούμε, του λαιμοδέτη, κι από την άλλη, στο αντίθετο άκρο του διαλεκτικού φάσματος, ας βάλουμε την κουκούλα, που συμβολίζει τη ρήξη, ακόμα και την παραβατικότητα.

Η κουκούλα λοιπόν είναι ένα κάλυμμα της κεφαλής, συχνά προσαρμοσμένο σε ρούχο που περιβάλλει όλο το κεφάλι εκτός από το πρόσωπο και χρησιμοποιείται συνήθως ως προστασία από τη βροχή ή το κρύο, λέει το Λεξικό. Η λέξη προέρχεται από τον μεσαιωνικό λατινικό όρο «cuculla», που είναι λέξη ιλλυρική ή κελτική.

Ο «κουκουλοφόρος», όμως, είναι αυτός που φοράει κουκούλα για να μην είναι δυνατή η αναγνώρισή του καθώς προβαίνει σε μια έκνομη δραστηριότητα. Εκνομη; Ασφαλώς υπάρχουν κουκουλοφόροι που διαπράττουν ληστείες, όμως κάποιοι αντιφρονούντες, για να προστατευτούν από τις πανταχού παρούσες κάμερες που καταγράφουν (δημοκρατικότατα…) τα πάντα, φορούν κουκούλα όταν κατεβαίνουν στο πεζοδρόμιο – ένα γκράφιτι σε έναν τοίχο λέει: «Οσο υπάρχει καταπίεση, το πρόσωπο της ελευθερίας θα κρύβεται πάντα πίσω από μια κουκούλα». Είναι τέτοια η θεσμική απαξία προς τους κουκουλοφόρους, ώστε ψηφίστηκε και ειδικός νόμος εναντίον τους, ο διαβόητος «κουκουλονόμος», ο 3772 του 2009, ο οποίος όμως τροποποιήθηκε το 2015 από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης.

Ο Νίκος Παρασκευόπουλος κατάργησε την επαύξηση των ποινών που προέβλεπε ο νόμος για τέσσερα αδικήματα που τελούνται με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του δράστη (διατάραξη της κοινής ειρήνης, απρόκλητη σωματική βλάβη, βαριά σωματική βλάβη και διακεκριμένες περιπτώσεις φθοράς), εξαιρώντας ωστόσο το αδίκημα της ληστείας.

Η διάπραξη μιας ληστείας από έναν κουκουλοφόρο είναι ασφαλώς μια άνομη πράξη, είναι όμως πάντοτε άδικη; Ο Ρομπέν των Δασών, για παράδειγμα, ο αρχετυπικός ευγενής και δίκαιος παράνομος της μεσαιωνικής Αγγλίας, που λήστευε τους πλούσιους μοιράζοντας τη λεία του στους φτωχούς που υπέφεραν από τη δεσποτεία άδικων αρχόντων, τι ήταν;

Το όνομά του, Robin Hood, μεταφέρθηκε στα ελληνικά ως «Ρομπέν των Δασών», μια απόδοση του σκοπίμως λανθασμένου «Robin Wood», όπου «wood» σημαίνει βέβαια το δάσος, ώστε να μη θιγούν τα χρηστά ελληνικά πολιτικά ήθη. Ομως, το αυθεντικό… αγωνιστικό ψευδώνυμο του κόμη Ρόμπιν του Λόξλεϊ, που ο σερίφης του Νότιγχαμ σφετερίστηκε την ακίνητη περιουσία του ενώ ο ευγενής ήταν απασχολημένος στις Σταυροφορίες, ήταν ακριβώς Robin Hood, δηλαδή ο «Ρόμπιν με την κουκούλα», (hood=κουκούλα), ο Ρόμπιν ο Κουκουλοφόρος… Αυτά τουλάχιστον λέει η παράδοση για τον Ρομπέν, που τόλμησε να πάρει τα όπλα εναντίον της ίδιας του της τάξης των φεουδαρχών.

Δεν ξέρουμε εάν όντως υπήρξε κάποιος Ρόμπιν, ένας δίκαιος κλέφτης που αναδιένειμε τον πλούτο προς όφελος του λαού ή απλά ένας ληστής, όμως το όνομα «Robinhood» έφτασε να σημαίνει τον παράνομο, τον ληστή γενικώς.

Ωστόσο, τα μεγαλύτερα εγκλήματα στη νεότερη Ιστορία της ανθρωπότητας, από τον 17ο αιώνα και μετά, έγιναν όχι από κουκουλοφόρους, αλλά από γραβατωμένους εγκληματίες του λευκού κολάρου… Εξαιρετικοί κύριοι όλοι τους, κομψότατοι και καλοντυμένοι, με τον λαιμοδέτη τους δεμένο στην εντέλεια, κήρυξαν αιματηρούς πολέμους, έκαναν γενοκτονίες, πυροδότησαν όπλα μαζικής καταστροφής, διέπραξαν παγκόσμιους οικονομικούς πολέμους καταληστεύοντας τον πλούτο των εθνών και βίασαν κατ’ εξακολούθηση το φυσικό περιβάλλον, πάντα όμως με τη γραβάτα τους άψογη, για να εκπέμπουν αυτό το κάλπικο κύρος, ώστε να τους βλέπουν οι αφελείς και να ψαρώνουν, και να τους προσκυνούν καθώς αλλοίωναν τα πραγματικά χαρακτηριστικά του πνεύματος και της ψυχής τους με μια ωραία γραβάτα, που ταίριαζε τόσο με το φρεσκοσιδερωμένο πουκάμισο και το καλοραμμένο κουστούμι.

Μια γραβάτα που δείχνει σαν οδικό σήμα, σαν βέλος, προς τον καβάλο τους, την περιοχή δηλαδή όπου έχουν γραμμένη τη δικαιοσύνη, το μέτρο, την υπευθυνότητα, τη δημοκρατία και τους λοιπούς ανόητους συμβολισμούς του κυρίου Μπούσιτς.