Μένει το στίγμα του ανθρώπου στο πέρασμά του από τη ζωή, το αποτύπωμά του πάνω στον πλανήτη, ας είναι και ο περίγυρός του ο μικρός, ενός χωριού. Ο αγαπητός σε όλο το χωριό Πέτρος ή Πετράν, όπως ειρηνόφιλα τον αποκαλούσαν, μας άφησε ξαφνικά χρόνους πριν από λίγες ημέρες. Μεγάλωσε μες στα αγαπημένα του γίδια.
Είχε το μαντρί του έξω, μακριά απ’ το χωριό, έξι-οχτώ χιλιόμετρα απόσταση. Κάθε μέρα όμως ήταν, με το αυτοκινητάκι του, στο χωριό, στο καφενείο. Γνώριζε τα πάντα που συνέβαιναν στη μικρή κοινωνία, τα σπουδαία και τα χαμερπή. «Αυτός έπρεπε να είναι δημοσιογράφος», με κογιονάριζε η ιδιοκτήτρια του καφενείου, «ήξερε ανά πάσα στιγμή ποιος είναι πού, γιατί και όλα τα υποτιθέμενα δημοσιογραφικά για τα οποία εσείς κόπτεσθε»· κάπως έτσι μου μιλούσε αλλά το εννοούσε κιόλας -όχι κουβέντες παίξε-γέλασε.
Ηρωας βγαλμένος, λες, από τις σελίδες του Ραμπελέ. Υπερτραφής και ανεδρόσιστος, αδυνατούσε να συγκρατήσει την έξοδο της γαστέρας του προς τον κόσμο [το σύμπαν]. Γελούσε ή δυσφορούσε όταν όλοι του βάζαμε τις φωνές να κάνει λίγο κράτει. Συνεπής στα καλοκαιρινά ραντεβού, με μία ανασφαλή ευγένεια, η οποία μετέστρεφε σε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς όταν έτσι νόμιζε ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει την ομήγυρη.
Τον έβλεπα κάθε καλοκαίρι αλλά και κάθε διήμερο ή τριήμερο στο χωριό. Πάντα στην ίδια θέση στο καφενείο. Αμετανόητος καλοφαγάς και πότης. Με έναν διαβολεμένα ευφυή τρόπο ξεχώριζε τους επισκέπτες σε καλούς και κακούς -σε ειλικρινείς και δήθεν, εάν αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό. Δεν μίλαγε εάν δεν του μίλαγες ήταν η σχέση με τους «ξένους», με τους ανθρώπους που κατάγονταν από το χωριό αλλά δεν ζούσαν εκεί. Με έναν μυστήριο κώδικα, δικό του, προέβαινε σε λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, που εντυπωσίαζαν -λίγα γράμματα έμαθε αλλά του αρκούσαν για να συναγελάζεται με τους ανθρώπους της καθημερινότητας.
Λέμε και ξαναλέμε ότι την ελληνική κοινωνία μαστίζει η έλλειψη παιδείας, ανάθεμα όμως αν ξέραμε τι σημαίνει παιδεία. Ο 53χρονος συγχωριανός που ενταφιάστηκε χθες δεν ήξερε τις έννοιες παιδεία, πολιτισμός· κουτσομπολάκος ήταν αλλά άκακος -η ερευνητική του ματιά ήταν το ψωμοτύρι του. Φαίνεται ότι είχε παραιτηθεί από την αξίωση να ζήσει παραπάνω απ’ ό,τι το σώμα του. Θα ζήσω δίχως απαγορεύσεις και όσο με πάει, θαρρώ πως ήτανε η «φιλοσοφία» του – και έγινε ακριβώς έτσι. Είναι πιθανό να ψυχανεμιζόταν ότι οι καθωσπρέπει δεν του έδιναν και τόση σημασία, το ίδιο πιθανό, όμως, είναι να διαισθανόταν ότι και πολλοί τον αγαπούσαν [όπως και έτσι συνέβαινε] με τον τρόπο τους.
Το μεγαλύτερο έργο τέχνης μάλλον είναι η ζωή του καθενός, είτε φιλάει γίδια είτε αναλύει τα γονίδια και τους γαλαξίες.
