ΞΟΔΕΨΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΜΟΥ από νωρίς το πρωί, σωστότερα την αξιοποίησα και την απόλαυσα, εντρυφώντας σε νεανικούς, μεστούς, επαναστατικούς, σατιρικούς και αυτοσαρκαστικούς στίχους του Κώστα Βάρναλη, ο οποίος τέτοιες μέρες πριν από σαράντα πέντε χρόνια, με κλεισμένα τα ενενήντα του, αναχώρησε για το οριστικό και αιώνιο ραντεβού που του ’κλεισε ο Χάρος με τις Μούσες. Αποτίω φόρο τιμής με ταπεινό απάνθισμα για μία ακόμα φορά:
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Με λύγισμα μερτιάς, γυναίκειο χέρι/ σέρνεις μαζί σου αιώνιο καλοκαίρι,/ αχνούς κρασιών και βογκητά και μέλι/ στη γλώσσα σου, φαρμακερόν αστέρι/ στης Αθηνάς απάνου το καστέλι.// Οχτρητες και φιλίες τις εκοιμούσες/ με το ταχύ και σφυριχτό σου ψέμα,/ βαμμένο στης πατρίδας σου το γαίμα,/ κι Ερινύες ελουζόντανε και Μούσες/ μες στο βαθύ και λαγαρό σου πνέμα.// Φλόγες εφτά στην ιερή Ολυμπία/ ανάψαν τ’ άρματά σου. Τ’ άλογά σου/ της γενιάς σου ανεβάσαν, με Πηγάσου/ φτερά, στην καταγάλανη αιθρία,/ την αρχοντιά και την ελευθερία.// Τρεκλίζοντας μια νύχτ’ απ’ την κραιπάλη/ έσπασες τους θεούς στα στενορύμια/ σαν αδειανά ποτήρια από κρουστάλλι./ Ω! πώς απ’ τα μαρμάρινα συντρίμμια/ της Σικελίας αντήχαν οι μεγάλ’ οι// θρήνοι και σαν αηδόνια του Ευριπίδη/ τα χορικά, στερνή παρηγορία!/ Μα εσένα, τ’ αλαφρό σου το κοπίδι/ κι η θερμή σου καρδιά κι η γνώμ’ η κρύα/ θα νικούσαν τη Μοίρα, Ερμοκοπίδη.// Για κοίτα! Στης αυγής το κοκκινάδι/ τραγουδάνε τα ξάρτια κι οι φλογέρες./ Με θείο στεφανωμένος δαφνοκλάδι/ σέρνεις δεμένα πίσω σου κοπάδι/ των οχτρών τα καράβια σαν εταίρες.// Ανίκητε σε γη και σε πελάη/ και μόνο από τα πάθη νικημένε,/ στα εικοσιδυό σου πάντ’ ανθοβολάει/ η νιότη σου, απολλώνιε, μυρωμένε,/ γλυκέ εραστή, γλυκύτατ’ ερωμένε.
ΣΚΕΡΤΣΟ Περνούσε με κοντά σοσόνια/ (αυτή κι όχι άλλ’) η χήρα η Σόνια/ και σήκωνεν αχό κι αντάρα/ η σαραντάρα, η σαραντάρα!// Ακράταγοι και θαμαστοί/ καλπάζανε γοφοί, μαστοί/ με τα βιολιά της μουσικής/ – ολάκερη φύλλον συκής!// Μπροστά σε κόκκινο πανί/ τάβροι φρουμάγαν Ισπανοί/ και τυφλορμούσανε μπροστά σου!/ -Καμάκωσέ μας, αλλά… στάσου!
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες,/ σκεμπέδες σταυροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες,/ ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι/ ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.// Σαράντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαρά η καμπάνα)/ καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!/ Κι απέ ρευάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι/ κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.// Οξ’ ο κοσμάκης φώναζε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες»/ γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες/ κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυραίοι/ ανοίξαν τα παράθυρα και κράξαν: «Είστε αθέοι».
ΕΠΙΤΑΦΙΟ Οχι λουλούδια, μα σπαθί στον τάφο σου, άξιε βάρδε!/ Οταν παλεύανε Ζωή και Θάνατος, απόξω/ δεν κοίταγες χορεύοντες μ’ ένα φλασκί στο χέρι,/ αλλά μπροστάρης του Λαού στης λευτεριάς τη μάχη/ ο λόγος σου αρχαγγέλινο σπαθί τυραννοχτόνο.
