ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΞΟΔΕΨΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΜΟΥ από νωρίς το πρωί, σωστότερα την αξιοποίησα και την απόλαυσα, εντρυφώντας σε νεανικούς, μεστούς, επαναστατικούς, σατιρικούς και αυτοσαρκαστικούς στίχους του Κώστα Βάρναλη, ο οποίος τέτοιες μέρες πριν από σαράντα πέντε χρόνια, με κλεισμένα τα ενενήντα του, αναχώρησε για το οριστικό και αιώνιο ραντεβού που του ’κλεισε ο Χάρος με τις Μούσες. Αποτίω φόρο τιμής με ταπεινό απάνθισμα για μία ακόμα φορά:

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Με λύγισμα μερτιάς, γυναίκειο χέρι/ σέρνεις μαζί σου αιώνιο καλοκαίρι,/ αχνούς κρασιών και βογκητά και μέλι/ στη γλώσσα σου, φαρμακερόν αστέρι/ στης Αθηνάς απάνου το καστέλι.// Οχτρητες και φιλίες τις εκοιμούσες/ με το ταχύ και σφυριχτό σου ψέμα,/ βαμμένο στης πατρίδας σου το γαίμα,/ κι Ερινύες ελουζόντανε και Μούσες/ μες στο βαθύ και λαγαρό σου πνέμα.// Φλόγες εφτά στην ιερή Ολυμπία/ ανάψαν τ’ άρματά σου. Τ’ άλογά σου/ της γενιάς σου ανεβάσαν, με Πηγάσου/ φτερά, στην καταγάλανη αιθρία,/ την αρχοντιά και την ελευθερία.// Τρεκλίζοντας μια νύχτ’ απ’ την κραιπάλη/ έσπασες τους θεούς στα στενορύμια/ σαν αδειανά ποτήρια από κρουστάλλι./ Ω! πώς απ’ τα μαρμάρινα συντρίμμια/ της Σικελίας αντήχαν οι μεγάλ’ οι// θρήνοι και σαν αηδόνια του Ευριπίδη/ τα χορικά, στερνή παρηγορία!/ Μα εσένα, τ’ αλαφρό σου το κοπίδι/ κι η θερμή σου καρδιά κι η γνώμ’ η κρύα/ θα νικούσαν τη Μοίρα, Ερμοκοπίδη.// Για κοίτα! Στης αυγής το κοκκινάδι/ τραγουδάνε τα ξάρτια κι οι φλογέρες./ Με θείο στεφανωμένος δαφνοκλάδι/ σέρνεις δεμένα πίσω σου κοπάδι/ των οχτρών τα καράβια σαν εταίρες.// Ανίκητε σε γη και σε πελάη/ και μόνο από τα πάθη νικημένε,/ στα εικοσιδυό σου πάντ’ ανθοβολάει/ η νιότη σου, απολλώνιε, μυρωμένε,/ γλυκέ εραστή, γλυκύτατ’ ερωμένε.

ΣΚΕΡΤΣΟ Περνούσε με κοντά σοσόνια/ (αυτή κι όχι άλλ’) η χήρα η Σόνια/ και σήκωνεν αχό κι αντάρα/ η σαραντάρα, η σαραντάρα!// Ακράταγοι και θαμαστοί/ καλπάζανε γοφοί, μαστοί/ με τα βιολιά της μουσικής/ – ολάκερη φύλλον συκής!// Μπροστά σε κόκκινο πανί/ τάβροι φρουμάγαν Ισπανοί/ και τυφλορμούσανε μπροστά σου!/ -Καμάκωσέ μας, αλλά… στάσου!

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες,/ σκεμπέδες σταυροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες,/ ξετσίπωτοι, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι/ ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.// Σαράντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαρά η καμπάνα)/ καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!/ Κι απέ ρευάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκι/ κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.// Οξ’ ο κοσμάκης φώναζε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες»/ γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες/ κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυραίοι/ ανοίξαν τα παράθυρα και κράξαν: «Είστε αθέοι».

ΕΠΙΤΑΦΙΟ Οχι λουλούδια, μα σπαθί στον τάφο σου, άξιε βάρδε!/ Οταν παλεύανε Ζωή και Θάνατος, απόξω/ δεν κοίταγες χορεύοντες μ’ ένα φλασκί στο χέρι,/ αλλά μπροστάρης του Λαού στης λευτεριάς τη μάχη/ ο λόγος σου αρχαγγέλινο σπαθί τυραννοχτόνο.