Οι πυρκαγιές στην Αυστραλία έχουν καταδείξει την αδιαμφισβήτητη και επείγουσα ανάγκη η ανθρωπότητα να εργαστεί σοβαρά υπέρ του κλίματος, πέρα από αγαθές προαιρέσεις και αλυσιτελείς ιερεμιάδες από διάφορα καλόβουλα κινήματα και επιστήμονες. Το συμπαθές σύνθημα της Γκρέτας Τούνμπεργκ και των άδολων συνομηλίκων της για το «κοινό μας σπίτι» ή για το «κοινό όνειρο και όραμα» δεν περιγράφει όμως τις παγκόσμιες ταξικές διαιρέσεις του προβλήματος, παραγνωρίζει τις εμπειρικές διαφορές και αναπαραστάσεις του προβλήματος σε υποκειμενικό επίπεδο και συσκοτίζει την κερδοσκοπία γύρω από την «καθαρή» ενέργεια.
Αλλη αναπαράσταση για την προστασία του κλίματος έχει ο φτωχός και άλλη ο πλούσιος. Αλλη εκείνος που οραματίζεται καθαρές θάλασσες για κολύμπι στο κοσμοπολίτικο παραθεριστικό θέρετρο ή στο δάσος που δοκιμάζει το 4Χ4 του. Αλλη κοσμοθεωρία έχει εκείνος που δεν θέλει ξαπλώστρες στον πευκώνα που θα στήσει τη σκηνή του για ελεύθερο κάμπινγκ, άλλη άποψη ο ιδιοκτήτης ενός αυθαίρετου, που το χτισμένο ρέμα τού παίρνει το σπίτι. Παράμετροι με αδιαμφισβήτητη ταξικότητα, που θα πρέπει να προτάξουμε, καίτοι αρχικά νομίζουμε πως είναι ακραίες, εάν δε θέλουμε να καταντήσει «η οικολογία, χωρίς τη μάχη κατά του καπιταλισμού, σκέτη κηπουρική», όπως έλεγε ο πρωτοπόρος αγωνιστής για το κλίμα Σίκου Μέντες, που δολοφονήθηκε άνανδρα.
Για το κλίμα έχουν αρχίσει και κόπτονται, και μάλιστα με εκκωφαντικό τρόπο, κυβερνήσεις και οργανισμοί, που επί χρόνια λυμαίνονταν τα μέσα παραγωγής και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και ήταν υπεύθυνοι για την άνιση ανάπτυξη και τις επεκτατικές/ αρπακτικές τακτικές για άντληση και χρήση τους από το περιβάλλον και τις υποτελείς χώρες. Σήμερα, το κύριο σύνθημά τους είναι η «οικολογική και ενεργητική μετάβαση» της οικονομίας σε μια «πράσινη οικονομία», στην οποία πρωτοστατούν και οι μεγάλες πολυεθνικές. Μόνο που πίσω από τις «καλοπροαίρετες και ουμανιστικές» πρωτοβουλίες κρύβεται η πρόθεση να σωθεί ο ίδιος ο καπιταλισμός, με πρόσχημα τη σωτηρία του πλανήτη.
Τη στιγμή που έχουν αποτύχει όλες οι προσπάθειες μετά τη μεγάλη κρίση να αποκατασταθεί η παγκόσμια αγορά και κατανάλωση στα πρότερα επίπεδα, με μια νέα ύφεση προ των πυλών -καθώς απέτυχαν μέτρα όπως «οι ενέσεις ρευστού» της Fed και «οι ποσοτικές χαλαρώσεις» της ΕΚΤ και τα χαμηλά επιτόκια δεν φέρνουν επενδύσεις, ούτε και τον ποθούμενο πληθωρισμό-, οι ισχυροί της οικονομίας και των αγορών αναγκαστικά στρέφονται προς άλλους τομείς επενδύσεων και καταναλωτικών προϊόντων, δημιουργώντας ένα σύστημα «εξειδικευμένο» μεν, αλλά στην ουσία όχι «εναλλακτικό».
Η ίδια η ΕΚΤ έχει υπογραμμίσει πως μια «βίαια “απο-απανθρακοποίηση” των χαρτοφυλακίων (δηλ. από πετρελαϊκές και συναφών κλάδων μετοχές) ενέχει τον κίνδυνο να αποσταθεροποιήσει το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα» και θα πρέπει να δημιουργηθούν «πράσινα ομόλογα χωρίς μεγάλους κλυδωνισμούς και χωρίς να εγκαταλειφθούν χαρτιά των πετρελαϊκών».
Ετσι η Γερμανία πασχίζει να παρακάμψει την ύφεσή της με το νέο ταμείο για τις «πράσινες επενδύσεις», ενώ και ο Εμανουέλ Μακρόν μαζεύει επενδυτές κι επιχειρηματίες, ώστε να καταστήσει το καθημαγμένο Παρίσι το νέο κέντρο της «πράσινης οικονομίας». Η δε Λαγκάρντ, και με πρωτοβουλία του επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας, σπεύδει να συστήσει ένα δίκτυο από 33 μεγάλες τράπεζες, με ένα κοινό ταμείο 100 τρισ. δολαρίων και την επένδυση σε «πράσινα ομόλογα».
Ενεργειακή και οικονομική μετάβαση, ma non troppo. Γιατί η μάχη για το κλίμα συσχετίζεται και την «προγραμματισμένη γήρανση» των προϊόντων και την «τυραννία του ντιζάιν και της μάρκας», που επιβάλλει τη σύντομη αντικατάσταση των καταναλωτικών ειδών. Π.χ. τα κινητά τηλέφωνα, που το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος υπολογίζει πως μόλις με έναν χρόνο παραπάνω προγραμματισμένης λειτουργίας τους εξοικονομούμε 4 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα τον χρόνο, από τα 48 εκατ. τόνους που σήμερα εκλύονται μόνο από την παραγωγή, μεταφορά και χρήση τους (με τα τρία τέταρτα των ρύπων να έχουν παραχθεί πριν καν ανοίξει ο καταναλωτής το κουτί).
Οι κατ’ εξοχήν χώρες – ρυπαντές, που όμως διαθέτουν πράσινη τεχνολογία (η οποία δεν παράγεται με πράσινο τρόπο) φωνάζουν για το κλίμα και ζητούν να εφαρμοσθούν οι σχετικές συμφωνίες. Μολαταύτα, η Συμφωνία του Παρισιού είναι από τα πιο «ακριβά» στις συνέπειές τους σύμφωνα και, βάσει διακυβερνητικής έρευνας του ΟΗΕ, εάν εφαρμοζόταν, θα αυξανόταν κατά 4% η παγκόσμια φτώχεια. Εκτιμάται δε πως οι φτωχές χώρες -που τα δικαιώματά τους στους ρύπους αγοράζουν οι πλούσιες για να μπορούν να παράγουν και ρυπαίνουν- θα αντεπεξέρχονταν πολύ καλύτερα χωρίς την υποσχόμενη «βιώσιμη» και πράσινη τούτη οικονομία. Αυτή που, με πρόσχημα την οικολογική συνείδηση, τους απαγορεύει (όρα ΔΕΗ στη χώρα μας) να χρησιμοποιούν τις φθηνότερες, δικές τους, παραγωγικές πηγές.
Ας θυμηθούμε τον Ντάριο Φο: όλοι για το κλίμα «όλοι, όλοι μαζί… μα, συγγνώμη, αυτός δεν είναι το αφεντικό;»
*Δημοσιογράφος, δρ Φιλοσοφίας/Γλωσσολογίας
