Ημουν πολύ τυχερή, σκεφτόταν κλείνοντας εκείνο το βράδυ την τηλεόραση –την άνοιγε συνήθως μόνο για τις ειδήσεις– αφότου είχε παρακολουθήσει το «1984», την ταινία που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Οργουελ. Ηταν η δεύτερη φορά που ερχόταν αντιμέτωπη με την ιστορία αυτή. Η πρώτη ήταν πολλά χρόνια πριν, στην εφηβεία της, όταν διάβασε το βιβλίο και είδε την ταινία.
Τότε δεν είχε δώσει και πολύ μεγάλη σημασία. Το βιβλίο έμοιαζε πραγματικά με επιστημονική φαντασία. Κι ας ήξερε –από τα βιβλία– τι είναι απολυταρχισμός και ας καταλάβαινε τον όρο της δυστοπίας.
Είχε μια εφηβεία εξαιρετικά αθώα και ήπια. Βλέπετε, είχε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσε ο σεβασμός. Στην ίδια οικογένεια υπήρχαν αριστεροί και κεντρώοι και δεξιοί, θρήσκοι, άθεοι και αγνωστικιστές, και οι παραλλαγές τους. Είχε ζήσει καβγάδες για τα «πολιτικά», αλλά αυτοί ξεχνιούνταν μπροστά από το γιορτινό οικογενειακό τραπέζι, στις ώρες της ανάγκης και στις στιγμές της χαράς. Μοιράζονταν αγκαλιές χαράς ή παρηγοριάς.
Κανείς δεν ένιωθε περισσότερο ή λιγότερο «κανονικός» από τον άλλο, ανεξάρτητα από το τι πίστευε και τι ψήφιζε, από το τι και πόσο είχε σπουδάσει, από το πόσα χρήματα έβγαζε ή από το επάγγελμά του. Κάπως έτσι ήταν και οι φιλικές της σχέσεις, άνθρωποι διαφορετικοί και τόσο όμοιοι.
Αλλά εκείνο το βράδυ, αυτή η τυχερή ανατροφή τής έγινε βάρος μεγάλο, θηλιά στον λαιμό. Κάτι οι εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης για επιστροφή στην «κανονικότητα», κάτι οι κραυγές για «τάξη και ασφάλεια» σε κανάλια και εφημερίδες, κάτι οι δακτυλοδεικτούμενοι «κακοί άλλοι» απέναντι στους «καλούς εμάς» και η δαιμονοποίηση κάθε ιδέας που ξεφεύγει από τον κοινωνικά «αποδεκτό μέσο όρο», άρχισε να νιώθει τρόμο.
Στο «1984» το έγκλημα των ηρώων του, του Ουίνστον Σμιθ και της Τζούλια, ήταν ότι ερωτεύτηκαν. Οτι άφησαν το μυαλό και την καρδιά τους ελεύθερα, ότι έδωσαν ο ένας στον άλλο ένα κομμάτι από τον εαυτό τους. Οτι δραπέτευαν από το γκρίζο δυστοπικό τοπίο της χώρας τους και πήγαιναν στο γεμάτο χρώματα δάσος. Και το πλήρωσαν με βασανιστήρια έως ότου αναμορφωθούν και ομολογήσουν το σφάλμα τους και το έγκλημά τους έναντι της πατρίδας τους Ωκεανίας. Εως ότου δηλώσουν και πάλι πίστη στον Μεγάλο Αδελφό και γίνουν πάλι γκρίζοι, όμοιοι με τους υπόλοιπους.
Ετσι κι εκείνη άρχισε να αναρωτιέται πόσο ο κόσμος της έμοιαζε με τον κόσμο του Οργουελ. Οχι, αλλά τελικά ναι. Κυρίως στη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, στην ομοιομορφία των ειδήσεων και στην εκφορά του λόγου, στην επιλογή της θεματολογίας, στον εύκολο εντυπωσιασμό και την καλλιέργεια της τρομοφοβίας.
Αλλά και στους ανθρώπους που κυκλοφορούσαν γύρω της, στον ευρύτερο κύκλο της, αλλά και στους δρόμους, στα μέσα μεταφοράς. Μισαλλοδοξία και μίσος για τους άλλους, είτε ήταν ξένοι είτε «διαφορετικοί». Μια «καλή χριστιανή» στο τρένο, που διατεινόταν ότι πάει κάθε Κυριακή στην εκκλησία «να ανάψει ένα κεράκι», έλεγε ότι φοβάται να περπατήσει στη γειτονιά της «με τόσους ξένους». Κάποιοι άλλοι, που κοίταζαν με στραβά βλέμματα δυο κορίτσια που είχαν βαμμένα τα μαλλιά τους μπλε και μοβ. «Τς, τς, τς, αναρχικές θα είναι, αν δεν είναι τίποτα άλλο…» Το πιο τρομακτικό το άκουσε σε μια παρέα: «Είναι φυσιολογικό να είσαι ρατσιστής κι εθνικιστής».
Η πόλη γύρω της είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική, ξένη και σκοτεινή, παγωμένη. Πώς γίναμε έτσι, αναρωτιόταν. Εγώ είμαι «κανονική»; Πώς πρέπει να είμαι για να θεωρούμαι τέτοια; Και ποιος, τελικά, το ορίζει αυτό;
Ξαναγύρισε στην ταινία και στον Ουίνστον Σμιθ. Τον θυμήθηκε καταρρακωμένο να δηλώνει τη μετάνοια και την ενοχή του, για να διασωθεί και να επιβιώσει. Αλλά ώρες ώρες να χαμογελάει και μιλώντας κρυφά, από μέσα του, να λέει στην Τζούλια, που δεν μπορούσε να τον ακούσει, ούτε να το μάθει: «Σ’ αγαπώ». Και πήρε κουράγιο.
Ισως να μην είναι όλα χαμένα, σκέφτηκε.
