Θα σου πω την ιστορία του Βασίλη Κ., ενός ψηλόλιγνου μελαχρινού αγοριού που μεγάλωνε σε ένα ορεινό χωριό της Πελοποννήσου τη δεκαετία του ’90. Τον γνώρισα στα μέσα ενός Οκτώβρη, όταν «άνοιξα» το μονοθέσιο σχολείο που φοιτούσε, όντας αναπληρωτής δάσκαλος.
Ο Βασίλης ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση παιδιού, ο μαθητής που πολλοί αποκαλούν «χαρισματικό». Αγαπούσε τα Μαθηματικά και δεν χόρταινε να διαβάζει την Ιστορία. Οι μαθηματικές του γνώσεις αδιαμφισβήτητες! Καθημερινά, όταν τέλειωνε τις εργασίες του, έσπευδε να βοηθήσει τους συμμαθητές του, μικρότερων ή μεγαλύτερων τάξεων (ένας μικρός δάσκαλος, «βοηθός» του νεαρού και άπειρου δασκάλου που πάλευε να βγάλει άκρη στο ξεχασμένο μονοθέσιο).
Οι γνώσεις του στην ελληνική Ιστορία (απ’ την αρχαιότητα ώς τον 19ο αι.) ξεπερνούσαν κατά πολύ την ηλικία του, καθώς ρουφούσε αχόρταγα τα βιβλία της φτωχικής σχολικής βιβλιοθήκης. Οταν κατά τον Δεκέμβριο καταφέραμε χάρη σε φιλότιμους δωρητές να την ανανεώσουμε, η χαρά του δεν περιγραφόταν. Νέοι τίτλοι, νέα ονόματα συγγραφέων, νέοι ορίζοντες για το φωτεινό μυαλουδάκι του.
Οι συμμαθητές του έλεγαν πως ήταν και καλός μπαλαδόρος, αλλά δεν έχω άποψη… Σίγουρα όμως ήταν πάρα πολύ καλός στο στήσιμο σκηνικών και στην ερμηνεία δύσκολων ρόλων. Το απέδειξε όταν χρειάστηκε να στήσουμε μια μικρή θεατρική παράσταση. Κοντά σε όλα αυτά, ήταν υποχρεωμένος καθημερινά να βοηθά τους κτηνοτρόφους γονείς του στις δουλειές του κοπαδιού.
Φεύγοντας εκείνο το καλοκαίρι από το χωριό, όταν τον χαιρετούσα ήμουν βέβαιος ότι σε λίγα χρόνια θα διέπρεπε στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Προσδοκίες νεαρού δασκάλου… Τρία ή τέσσερα χρόνια αργότερα πληροφορήθηκα ότι στο τέλος του Γυμνασίου, αφού είχε μεσολαβήσει μια φθίνουσα μαθητική τριετία, εγκατέλειψε το σχολείο! Συμβιβάστηκε με την ιδέα ότι «δεν μπορεί»…
Ο Βασίλης δεν διάβασε ποτέ τον Π. Μπουρντιέ, αν όμως τον διάβαζε, κάπου εκεί μέσα στις γραμμές των κειμένων του θα αναγνώριζε και τον εαυτό του. Θα καταλάβαινε τη διαδικασία «Αναπαραγωγής» των «Κληρονόμων» που επιτελείται στο σχολείο. Θα κατανοούσε ότι η σχολική διαδρομή των μαθητών δεν είναι μόνο αποτέλεσμα ατομικών χαρακτηριστικών αλλά είναι κοινωνικά προσδιορισμένη και πολιτισμικά εξαρτημένη.
Φαντάζομαι τον Βασίλη, 35άρη πλέον, τα βράδια στο καφενείο του χωριού να ακούει στην τηλεόραση για την ανάγκη να στηριχτεί η «αριστεία» και να κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι του, πεπεισμένος ότι οι «ικανοί» στη ζωή πρέπει να αμείβονται…
Η υιοθέτηση μιας λέξης για τη συνοπτική αποτύπωση ενός φαινομένου αποτελεί μια αποτελεσματική επικοινωνιακή τεχνική και συμβάλλει στην ανάδειξη ή αποσιώπηση επιμέρους στοιχείων του. Το θετικό ή αρνητικό περιεχόμενο της λέξης αποκαλύπτει και την άρρητη πρόθεση των εισηγητών. Στην πρόσφατη πολιτική και εκπαιδευτική ιστορία του τόπου μας αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται σχετικές λέξεις («αλλαγή», «εκσυγχρονισμός», «κανονικότητα», «μεταρρύθμιση», «αντιμεταρρύθμιση», «αιώνιοι φοιτητές», «αριστεία»…).
Η έννοια της «αριστείας», όπως αυτή έχει τεθεί στη δημόσια συζήτηση την τελευταία πενταετία, περιορίζεται σε έναν στείρο διάλογο χαρακωμάτων, ο οποίος εστιάζει στην ακαδημαϊκή αριστεία ως ποσοτικό μετρήσιμο μέγεθος ταξινόμησης ακόμη και εννιάχρονων παιδιών. Αποσιωπώνται επιμέρους πτυχές, όπως το περιεχόμενο της έννοιας (τι είναι εντέλει;) αλλά και οι προϋποθέσεις επίτευξής της.
Ως προς το πρώτο είναι έκδηλη, αν και άρρητη, η παραδοχή ότι αφορά μετρήσιμα ποσοτικά χαρακτηριστικά (επιδόσεις) που οφείλουν να κατακτήσουν οι μαθητές (σε ένα σχολείο που κυριαρχεί η στείρα απομνημόνευση και η γνωσιαρχία). Υποβαθμίζονται ή αγνοούνται ποιοτικά στοιχεία, όπως η προσπάθεια που καταβάλλεται, η συνεργασία, η ομαδικότητα, η δημιουργικότητα… Η «αριστεία» απεκδύεται τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά και γίνεται όχημα για τη διάχυση συγκεκριμένων αντιλήψεων για την εκπαίδευση και τις λειτουργίες της.
Προϋπόθεση επίτευξης της «αριστείας» θεωρείται η κατοχή συγκεκριμένων ατομικών χαρακτηριστικών (φυσικά χαρίσματα). Αγνοούνται οι επιμέρους κοινωνικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις που ενισχύουν ή υπονομεύουν την ανάπτυξη του «βιολογικού υποστρώματος».
Ο σχολικός θεσμός, σε αυτό το πλαίσιο συζήτησης, προβάλλεται ως ουδέτερος μηχανισμός επιλογής των «αρίστων» και οι σχολικοί τίτλοι, ιδιαίτερα όταν είναι σπάνιοι και ακριβοπληρωμένοι, αποτελούν διαπιστευτήρια για τη νομή και τη διαχείριση της εξουσίας (όπως άλλοτε οι κληρονομικοί τίτλοι ευγένειας). Από την αριστοκρατία του ξίφους στην αριστοκρατία του πτυχίου…
ΥΓ.1: Η ιστορία του Βασίλη είναι πέρα για πέρα αληθινή. Θυμίζει ιστορίες χιλιάδων παιδιών που θα μπορούσαν, αλλά… Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδρομή των μαθητών δεν είναι μόνο αποτέλεσμα ατομικών χαρισμάτων, υπερπροσδιορίζεται και διέπεται από συγκεκριμένους κοινωνικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς.
ΥΓ.2: Ομολογουμένως θέλει ιδιαίτερη χάρη να ξιφουλκείς για την «αριστεία» και ταυτόχρονα να υπηρετείς πιστά το πελατειακό κράτος, τον νεποτισμό και την αναξιοκρατία…
*συντονιστής εκπαιδευτικού έργου, ΠΕΚΕΣ Δυτ. Ελλάδας, υπ. διδάκτορας Πανεπιστημίου Πατρών
