Υπάρχει μια ταινία που έχει χαραχτεί βαθιά μέσα μου όταν την είδα για πρώτη φορά, μαθητής Λυκείου. Κι όσες φορές κι αν την ξαναείδα από τότε, πάντα με αναγκάζει… να αναλογιστώ τη ζωή μου! Είναι το αριστούργημα επιστημονικής φαντασίας του Τζον Φρανκενχάιμερ «SECONDS». Την αποκαλώ «η ταινία για τις επιθυμίες».
Επιθυμίες υπάρχουν πολλών ειδών. Υπάρχουν οι επιθυμίες «αντικειμένου» (ένα φαγητό, ένα ρούχο, ένα ταξίδι κ.ά.). Ικανοποιούνται άμεσα, αλλά η ικανοποίηση δεν διαρκεί πολύ, κι ούτε τη νιώθεις σαν κάτι πραγματικά δικό σου, αφού είναι κοινές για όλους τους ανθρώπους.
Υπάρχουν και οι επιθυμίες «υποκειμένου». Είναι οι επιθυμίες για ανθρώπινες σχέσεις (οικογενειακές, φιλίες, έρωτες, συνεργασίες). Αυτές είναι μοναδικές για κάθε άνθρωπο και μπορεί να κρατήσουν και μια ολόκληρη ζωή.
Υπάρχει όμως και μια άλλη επιθυμία. Αυτή που σχετίζεται με την «κλίση» μας, με αυτό για το οποίο ήρθαμε στον κόσμο, αυτή τη μυστική δύναμη που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο και είναι η ικανότητα να κάνει κάτι καλά – προσφορά στον εαυτό του και τους άλλους. Είναι η δύναμη μέσα μας που οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε και να καλλιεργούμε σε όλη μας τη ζωή, κόντρα σε όλους και όλα.
Ομως ο Αρθουρ Χάμιλτον, ο ήρωας της ταινίας μας, αφέθηκε «να αγαπήσει αυτά που μας έμαθαν να αγαπάμε», όπως ομολογεί ο ίδιος. Μια δουλειά με πολλά λεφτά, οικογένεια και παιδιά, σπίτι, αυτοκίνητο… «και σκάφος»! Ολα τα απέκτησε ο Χάμιλτον, αλλά την ευτυχία δεν τη βρήκε, γιατί δεν την έψαξε ποτέ μέσα του.
Τώρα, στην ηλικία των πικρών απολογισμών, αποδέχεται την πρόκληση για μια «δεύτερη ευκαιρία» στη ζωή του. Μια μυστική οργάνωση θα αναλάβει να τον «εξαφανίσει» ως θύμα δυστυχήματος και να του δώσει ένα νέο, όμορφο σώμα και μια καινούργια ταυτότητα. Ομως πολύ σύντομα ο «δεύτερος» Αρθουρ Χάμιλτον, με το όνομα πλέον Τόνι Ουίλσον, θα συνειδητοποιήσει ότι η τεχνοκρατική κοινωνία στην οποία ζει δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να επιτρέψει στον καθένα να βρει και να καλλιεργήσει την κλίση του. Το αντίθετο μάλιστα: φροντίζει με κάθε τρόπο να τον εντάξει μέσα στο πλαίσιο του δικού της ανάλγητου, ανταγωνιστικού συστήματος. Ετσι ο Ουίλσον θα θελήσει να δοκιμάσει πάλι – μια τρίτη φορά. Μήπως όμως είναι πια πολύ αργά γι’ αυτόν;
Στο τελευταίο πλάνο αυτής της συγκλονιστικής ταινίας, ένας άντρας που έχει στους ώμους του ένα μικρό παιδί και στο πλάι του ένα σκύλο, διασχίζει μια παραλία. Η εικόνα σβήνει αργά σε μαύρο. Θυμάμαι πάντα το καταπληκτικό «Life is a beach, and then you die»(η ζωή είναι μια παραλία – κι ύστερα πεθαίνεις).
Σε αυτή την παραλία περπατάμε όλοι μας. Διασχίζουμε τη ζωή μας. Αραγε παλέψαμε αρκετά για να μπορέσουμε ν’ αφήσουμε κάτι από εμάς – ένα ίχνος, μια πατημασιά πάνω στην άμμο; Ή, παρασυρμένοι σαν τον Χάμιλτον-Ουίλσον, θα φτάσουμε στο τέλος της αδικαίωτοι;
*σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA MA, New York College, Athens
