ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακουγα για την κρανιά και τα κράνα, χρόνια. Δυνατό ξύλο, ιδιαίτεροι καρποί, λικέρ, μαρμελάδα… Ολα στην κουβέντα. Ουδέποτε την είδα (ή μου την έδειξαν) την κυρία ή γεύτηκα κάτι απ’ αυτήν. Μόνο το ξύλο! Κάποτε, αγαπητός κύριος, Αιμίλιος, αλησμόνητος, γνωριμία μου των περιπάτων στον Υμηττό, μου χάρισε ένα ραβδί περιπάτου.

Συναντηθήκαμε στον Υμηττό, ήταν με τη γυναίκα του, την Πόπη (ανηφορίζει ακόμα με περασμένα τα ογδόντα!), βαστούσε ένα ραβδί και μου το πρόσφερε: «Δώρο!» είπε. «Ατσάλι! Δεν καταλαβαίνει τίποτα! Είναι από τα μέρη μου. Κρανιά!».

Τα μέρη του ήταν η περιοχή της Φλώρινας. Πρώτη φορά άκουσα τη λέξη κρανιά από γνωστό που ήταν από την Κρανιά Ελασσόνας· έτσι έμαθα πως η κρανιά είναι δέντρο, με μεγάλη εκτίμηση στην ύπαιθρο χώρα, που οι… αστοί, ιδίως οι πρωτευουσιάνοι, το αγνοούμε· άρα δεν έχουμε λόγο να το εκτιμάμε. Το ραβδί πάντως του Αιμίλιου είναι σκυλί. Το χρησιμοποιώ στο χωριό. Από τον Γράμμο, στο Πήλιο…

Εκεί στο Πήλιο, στην αυλή, σε παρτέρι με καλαμιές από μπαμπού, πριν από χρόνια, έσκασε μύτη ένα κλαδάκι. Ρίζωσε. «Τι να ’ναι… τι να ’ναι…» ρωτούσα χωριανούς. Ολοι το είχανε ξαναδεί. Κανένας δεν θυμόταν. Ακριβώς. Αυτό, ανάμεσα στα μπαμπού, στ’ ανήλιαγα, δώσ’ του και μεγάλωνε, μέστωνε, και για να βγει στο φως, είχε το κορμάκι του γίνει σαν Ινδής χορεύτριας ή σαν επιστροφή στην κανονικότητα.

Ολο έλεγα να το κόψω. Αν γλίτωσε είναι, πρώτα η περιέργειά μου να μάθω τι επιτέλους είναι, και, μετά, εκεί που ήταν χωμένο, απαρατήρητο, δεν ενοχλούσε κανέναν και σε τίποτα. Ακόμα κι εγώ, που οι σχέσεις μου με τους κήπους και τα φυτά, ξεκινώντας από το Πήλιο και σε ηλικία ώριμη, είναι προπαντός σχέσεις μαθήσεως, ουδέποτε του έδωσα ιδιαίτερη σημασία· απλώς, το άφηνα να μεγαλώνει.

Αυτά, μέχρι τις 15 Οκτωβρίου το πρωί. Βγήκα στην αυλή, να… κόψω ομίχλη· όντως κοβόταν· δεν είναι υπερβολή. Εφτασα και στο παρτέρι με τα μπαμπού, στην άκρη της αυλής· φράχτης. Μες στο πούσι του πρωινού και στο νοτισμένο πράσινο, ένα καρπουδάκι, κόκκινο στο πορτοκαλί, σε σχήμα και μέγεθος συνηθισμένης ελιάς. Ομορφο, αλλά με ανεπαίσθητες πτυχώσεις, σαν να παραείχε ωριμάσει, να ήταν όψιμο (Σεπτέμβριο με Οκτώβριο, διάβασα, καρποφορεί στην Ελλάδα). Δεν το είχα ματαδεί.

Εντυπωσιάστηκα. Το φωτογράφισα με το κινητό. Εδειξα τη φωτογραφία στο καφενείο. Χαμπάρι. Την έδειξα και στην Αθήνα, σε φίλους που μεγάλωσαν στην επαρχία. Χαμπάρι κι από κει. Κάποιος μου είπε: «Δεν δοκίμαζες;». Τι να δοκιμάσω; Πρώτον, φοβήθηκα (με κάτι τέτοια προκλητικά στην όψη ξεμυάλιζαν οι νεράιδες τους αφελείς ψηφοφόρους). Δεύτερον, έναν καρπό κατάφερε να δέσει, προς αναπαραγωγή, το δεντράκι σε δεκαπέντε χρόνια. Θα τον έκανα… δαγκωτό;

Εντέλει –ο Διοσκουρίδης να φυλάει το Ιντερνετ!– έχω στην αυλή μου αυτοφυές ένα από τα είδη της ελληνικής κρανιάς. Ισως της κρανείας που φίλεψε («καρπόν τε κρανείης έδμεναι») η Κίρκη η μάγισσα τους συντρόφους του Οδυσσέα. Οπότε, καλά που δεν δοκίμασα! Για τα λοιπά (θαυματουργά) προσόντα της κρανιάς, μια σύντομη επίσκεψη στο Ιντερνετ θα πείσει και τον πιο… αδέσμευτο.