Ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό το βραβείο Turner επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά την τόλμη ενός θεσμού που εγκαινιάστηκε το 1984 και έχει αναδείξει την αφρόκρεμα των σύγχρονων καλλιτεχνών που δρουν στη Βρετανία, όπως οι Ντάμιεν Χιρστ, Στιβ Κρις Οφίλι, Ρίτσαρντ Λονγκ, Τζέρεμι Ντέλερ, Τόνι Κραγκ, Ντάγκλας Γκλόρντον κ.ά.
Φέτος, για πρώτη χρονιά το βραβείο δεν είναι ατομικό, αλλά ομαδικό, δεν απονέμεται δηλαδή σε έναν καλλιτέχνη αλλά και στους τέσσερις συνολικά υποψήφιους που το διεκδικούσαν και είναι οι Ελεν Κάμοκ, Λόρενς Αμπού Χαμντάν, Οσκαρ Μουρίγιο και Τάι Σανί.
«Πρόκειται για κάτι το εξαιρετικό», όπως το έθεσε ο Εντουαρντ Ενινφουλ, εκδότης της βρετανικής Vogue, που απένειμε την Τρίτη τα βραβεία, σε ειδική τελετή στην Turner Contemporary του Μάργκεϊτ, όπου εκτίθενται τα έργα των βραβευμένων. «Σε μια εποχή πολιτικής διαίρεσης στη Βρετανία και συγκρούσεων σε μεγάλο μέρος του κόσμου, οι καλλιτέχνες ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την ευκαιρία του βραβείου Turner για να κάνουν μια ισχυρή δήλωση κοινότητας και αλληλεγγύης και να γίνουν μια συλλογικότητα».
Εκθεση στην Turner Contemporary – Μάργκεϊτ
Ετσι η τελετή πήρε μια πολιτική τροπή, όχι τυχαία, αφού και οι τέσσερις καλλιτέχνες διακρίνονται «για τη στράτευσή τους στους πολιτικούς και κοινωνικούς σκοπούς, κάτι τόσο απαραίτητο στους καιρούς μας», σύμφωνα με το σκεπτικό της επιτροπής. Παρότι χρησιμοποιούν διαφορετικά εκφραστικά μέσα κι ας έχουν διαφορετικές αφετηρίες, ενώνονται, όπως τόνισε η Ελεν Κάμοκ, στην προσπάθεια να μιλήσουν κατά των παραγόντων που διαιρούν την ανθρωπότητα, όπως η κλιματική αλλαγή, ο νομιμοποιημένος ρατσισμός, η ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών.

▪ Η 48χρονη Ελεν Κάμοκ, που γεννήθηκε στην Αγγλία και έχει έδρα το Λονδίνο, είναι η μεγαλύτερη της παρέας. Εκθέτει το «The Long Note», ένα αρχειακό κολάζ και μια 39λεπτη ταινία, που ερευνά τον ρόλο των γυναικών στις εξεγέρσεις και τα κοινωνικά κινήματα στη Βόρεια Ιρλανδία, κυρίως στο Ντέριτ, το 1968. Αμφισβητεί τα φανερά «αντικειμενικά» ιστορικά γεγονότα και δίνει τις δικές της προεκτάσεις. Με υπόκρουση από παραδοσιακά ιρλανδικά τραγούδια μέχρι το «How It Feels to Be Free» της Νίνα Σιμόν, η ταινία συνδέει τους αγώνες των γυναικών στην Ιρλανδία με τις μαύρες φεμινίστριες στις ΗΠΑ, αλλά και με σύγχρονους αγώνες που αφορούν το φύλο, τις ταξικές και φυλετικές ανισότητες.
▪ Η Τάι Σανί, 43 ετών επίσης με έδρα το Λονδίνο, δημιουργεί πολύπλοκες εγκαταστάσεις, όπως αυτή με τίτλο «DC: Semiramis», που παραπέμπει σε μια φανταστική και ουτοπική «πόλη των γυναικών», μακριά από τις παραδοσιακές αρχές της πατριαρχίας. Το αποτέλεσμα είναι μια σουρεαλιστική πολύχρωμη πραγματικότητα, γεμάτη περίεργα φεγγάρια, εξαρτήματα που μοιάζουν με μαστίγια και τα χέρια της Σεμίραμης, θρυλικής βασίλισσας της Ασσυρίας.
▪ Ο 34χρονος Λόρενς Αμπού Χαμντάν, που γεννήθηκε στην Ιορδανία, είναι καλλιτέχνης και «ερευνητής ήχου», συνεργάζεται με οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία και με το έργο του ερευνά τη δύναμη των ηχητικών πειστηρίων στον νόμο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην εικαστική εγκατάσταση «Theatre Earwitness Theatre» και στο βίντεο «Walled Unwalled» ασχολείται με πολύκροτες δικαστικές υποθέσεις όπως του Οσκαρ Πιστόριους και του Ο. Τζ. Σίμπσον, αλλά και με τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στη φυλακή Σαϊντνάγια, έξω από τη Δαμασκό, με βάση μαρτυρίες φυλακισμένων. Οπως δηλώνει ο ίδιος, «υποστηρίζω την τέχνη ως μέσο παρουσίασης της αλήθειας, διαφορετικό από τον τρόπο της επιστήμης και του νόμου».

▪ Βενιαμίν της έκθεσης, ο 33χρονος, γεννημένος στην Κολομβία αλλά εγκατεστημένος στο Λονδίνο, Οσκαρ Μουρίγιο, αποτολμά μια σφοδρή κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα και την παγκοσμιοποιημένη εργατική δύναμη, μέσα από την εγκατάσταση ανδρείκελων από παπιέ-μασέ με το στήθος διάτρητο από μεταλλικούς σωλήνες. Οι τοίχοι του εκθεσιακού χώρου είναι επίσης καλυμμένοι με μαύρα πανιά, για να υποδηλώσουν «τη σκοτεινή πλευρά και την άγνοια που επικρατεί στους σημερινούς καιρούς».
Τo βραβείο Turner συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 25.000 λιρών και η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 12 Ιανουαρίου 2020 στην παραθαλάσσια πόλη του Μάργκεϊτ, από την οποία ο Ουίλιαμ Τέρνερ εμπνεύστηκε ορισμένα από τα πιο ρομαντικά τοπία του.
