Ο μικροαστός Ελληνας, ο καθωσπρεπισμός, η ημιμάθεια, ο νεοπλουτισμός, η ξενομανία, οι έντονες ταξικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, η πολυτάραχη πολιτική ζωή. Και για φόντο ένας πασίγνωστος αιματοβαμμένος μύθος που στα χέρια του Μποστ μετατράπηκε σε ένα ρηξικέλευθο έργο.
Υστερα από ανάθεση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο διακεκριμένος συνθέτης Νίκος Κυπουργός παρουσιάζει μια νέα οπερέτα βασισμένη στη «Μήδεια» του Μποστ, σκηνοθετημένη από τον Γιάννη Σκουρλέτη και τους Βijoux de kant.
Η παράσταση, με την οποία η ΕΛΣ συμμετέχει στο Φεστιβάλ Summer Nostos, παρουσιάζεται αύριο και μεθαύριο (27 και 28/6) στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους θα ακούσουμε καταξιωμένους πρωταγωνιστές του οργανισμού όπως οι Τζούλια Σουγλάκου, Δημήτρης Πακσόγλου, Μαρισία Παπαλεξίου, Χάρης Ανδριανός, Λυδία Αγγελοπούλου.
Το κείμενο της «Μήδειας», σε δεκαπεντασύλλαβο, έχει αφετηρία την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, την οποία ο Μποστ ανατρέπει με την καυστική και καίρια ματιά του, και μιλά για μια γυναίκα η οποία θέλει να σκοτώσει τα παιδιά της όχι τόσο για να εκδικηθεί τον Ιάσονα, που την απατά, όσο επειδή τα παιδιά είναι τεμπέλικα, ακόλαστα και «δεν παίρνουνε τα γράμματα».
«Η ανορθόδοξη χρήση της γλώσσας και τα σκοπίμως ανορθόγραφα κείμενά του είχαν στόχο να αποδομήσουν την καθαρεύουσα και να καθιερώσουν τη δημοτική γλώσσα. Η σάτιρα του Μποστ έβαζε στο στόχαστρό της τον μικροαστό Ελληνα των μεταπολεμικών δεκαετιών και σύσσωμη την ελληνική πολιτική ζωή», λέει σήμερα ο Γιάννης Σκουρλέτης.
«Η Λένα Κιτσοπούλου που επιμελήθηκε το λιμπρέτο παρέμεινε αρκετά πιστή στο πνεύμα, αν και δεν λείπουν από το κείμενο μικροπαρεμβάσεις επικαιροποίησης και προσθήκες που αφορούν σε σημερινά ζητήματα, όπως το Διαδίκτυο ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».

Είναι τα ίδια πράγματα τα οποία θα σατίριζε σήμερα ο σκιτσογράφος, κειμενογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αλλά και ζωγράφος Μποστ, με το απολύτως αναγνωρίσιμο ύφος του; «Ο Μποστ είναι μοναδική περίπτωση γιατί επαναφέρει την παρωδία και μάλιστα με μια εμμονή και συνέπεια στη γραφή. Οσο παράδοξο και να ακούγεται, η παρωδία λειτουργεί ενισχυτικά στον μύθο, του δίνει άλλες προοπτικές κι άλλες διαστάσεις. Αυτό που με γοητεύει στο κείμενο είναι που κοιτά με διαφορετικό τρόπο έναν πασίγνωστο μύθο και συγχρόνως πραγματεύεται τόσα άλλα πράγματα. Με ενδιαφέρει πάντα να ασχολούμαι με μια λοξή ματιά στην ελληνικότητα, με ζητήματα που έχουν να κάνουν με το εθνικό αφήγημα, με το τι σημαίνει ταυτότητα. Αυτά είναι ερωτήματα που ανεξαρτήτως κειμένου με ενδιαφέρουν πολύ».
Με αφορμή τη νέα ανάγνωση του έργου ο ιδιοσυγκρασιακός σκηνοθέτης με την ιδιαίτερη εικαστική ματιά, βρίσκει αφορμή να αφηγηθεί την ιστορία της Ελλάδας της κρίσης και του χάους μέσα από το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη.
«Είχα μια πολύ ξεκάθαρη σκηνοθετική γραμμή: ήθελα να τοποθετήσω τη Μήδεια στην πλατεία Συντάγματος, ώστε το παλάτι της να είναι η Βουλή. Στον χώρο όπου διάφοροι ανθρώπινοι τύποι της καθημερινότητας συγχρωτίζονται με θεούς, ημίθεους και ήρωες, εμείς ανασυνθέτουμε τον μύθο μιας φόνισσας. Σε αυτό το εμβληματικό και πολυφωτογραφημένο τοπόσημο που μοιάζει με χοάνη και το οποίο μας έδωσε ένα νέο πεδίο σκέψης. Μέσα από το νέο αυτό παλάτι της, η Μήδεια επανέρχεται για να τραγουδήσει ξανά τον έρωτα που διασχίζει αιώνες, κοινωνικά σχήματα και ιστορικές συμβάσεις, ενώ μια νέα Ελλάδα σκοτώνει πάλι τα παιδιά της, αν και για γελοίους λόγους αυτή τη φορά. Με όχημα την κωμωδία, η αρχαιότητα και η σύγχρονη εποχή ενοποιούνται σε μια αλλόκοτη πλατεία γεμάτη νέους ήχους και παλιά ενδύματα».
Εν τω μεταξύ η πλατεία Συντάγματος έχει και ιδιαίτερη σημειολογία καθώς υπήρξε τα τελευταία χρόνια το σημείο εκκίνησης για ποικίλες αλλαγές.
«Πρόκειται για ένα εμβληματικό σημείο που τα τελευταία χρόνια έφτασε στα πέρατα του κόσμου. Είναι πολύ ισχυρό το σήμα που εκπέμπει ως τόπος. Είναι χώρος μεγάλης αξίας και αναμνήσεων που παραπέμπουν σε δόξες αλλά και σημαντικές πτώσεις», σχολιάζει ο σκηνοθέτης.
Μάθαμε άραγε τίποτα από αυτήν την ηχηρή πτώση; «Ειλικρινά δεν ξέρω αν άλλαξε ποτέ ο σημερινός Ελληνας σε σχέση με αυτόν που περιγράφει ο Μποστ. Ούτε και είμαι σίγουρος ότι η κρίση άφησε τελικά κάτι. Μόνο σε προσωπικό επίπεδο υπήρξαν καθοριστικές αλλαγές. Στο σύνολο, ωστόσο, της κοινωνίας αμφιβάλλω αν έχουν τελικά καμφθεί η παθογένεια, ο φασισμός, ο λαϊκισμός».
♦️ Info: 27 & 28 Ιουνίου στις 20.00. Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ. Μουσική διεύθυνση: Ηλίας Βουδούρης. Σκηνικά-Κοστούμια: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης / bijoux de kant. Κινησιολογία: Αγγελος Αποστολίδης. Φωτισμοί: Γιώργος Τέλλος, Ευγένιος Τζαφέστας. Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.
