ΠΡΩΤΟΜΗΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ, οι ζέστες σφίξανε για τα καλά και, απ’ ό,τι φαίνεται, θα περάσουμε την κάψα στη σκιά της ψυχρής και ανιαρής παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου. Παρότι οι πολιτικάντηδες τροφοδοτούν αδιαλείπτως τη στήλη με σπαρταριστό υλικό, δεν θα τους κάνω πάντα τη χάρη. Καθότι τέτοια μέρα του 1940 γεννήθηκε η Κατερίνα Γώγου, ηθοποιός και πρωτίστως ποιήτρια. Τι να πεις γι’ αυτήν; Το βιωματικό γράψιμό της αποκαλύπτει στο έπακρο τον χαρακτήρα και τη στάση της απέναντι στη ζωή.
ΕΠΕΣΕ ΠΡΟΣΦΑΤΩΣ στα χέρια μου το βιβλίο «Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο που καίγεται από μόνος του» (Καστανιώτης, 2018), με κατά καιρούς συνεντεύξεις της, δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα κείμενα και λοιπά ντοκουμέντα. Αντιγράφω κάτι επίκαιρο από συνομιλία της με τον Δημήτρη Γκιώνη, που τυπώθηκε στην «Ελευθεροτυπία» (10.11.1986) με τίτλο «Δεν μένει κανείς σ’ αυτή την πόλη;» και πλάγιο «Η Κατερίνα Γώγου παρούσα με τους “Απόντες”»: – «Αν σε ρωτούσα τι ψήφισες στις δημοτικές εκλογές, θα μου έλεγες;». – «Εβερτ!». – «Αλήθεια;». – (Γελάει) «Το πίστεψες;». – «Τι ψήφισες τότε;» – «Τσουτσουβή». Πάρτε το ως προτροπή προς ψηφοφόρους. Ιδού ορισμένες καυτές εξομολογήσεις της:
ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ σ’ αυτή την πόλη!/ Δεν μένει κανείς;/ Τι έγινε και φύγανε οι κάτοικοί της βιαστικοί/ και αφήσανε τις πόρτες ανοιχτές/ τα φώτα αναμμένα…/ Τυφλά μεγάλα πουλιά συγκρούονται/ μ’ ανοιγμένα φτερά/ βαθιά τρομαγμένα./ Η θάλασσα μπαίνει στην πόλη/ μεθοδικά βουλιάζει τη στεριά/ ένα καράβι με όρνια λεπρά/ πλέει απ’ τις πόρτες/ ξανοίγεται αργά… αργά…/ ΑΡΓΑ./ Τα παιδικά μου χρόνια/ άκαμπτα παιδιά ξυλιασμένα/ τα ξεθάβει ένας κίτρινος σκύλος/ συνέχεια τα γυρνάει σε μένα./ Ανεβαίνουν τα νερά/ τα χέρια μου σταυρώνουνε μόνα τους/ σαν πεθαμΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ; Κανένας; […]
ΕΜΕΝΑ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ είναι μαύρα πουλιά/ πού κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών/ Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς./ Κάνουν ό,τι λάχει./ Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών/ φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους/ διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος/ επαγγελματίες επαναστάτες/ παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν/ τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν/ αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται./ Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα/ στις ταράτσες παλιών σπιτιών/ Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη./ Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια/ τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια/ σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες/ απειλητικές σιωπές κολπίτιδες/ […] Ολοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα/ γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο/ γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα/ γιατί η δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει./ Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα/ στα χέρια σας. Στο λαιμό σας./ Οι φίλοι μου.
ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ που θ’ αλλάξουν τα πράγματα./ Να το θυμάσαι, Μαρία./ […] Εσύ είσ’ η ελπίδα/ άκου θα ’ρθει καιρός/ που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς/ δεν θα βγαίνουν στην τύχη./ Δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές/ με γερμένους απ’ έξω./ Και τη δουλειά/ θα τη διαλέγουμε/ δεν θα ’μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια./ Οι άνθρωποι –σκέψου!– θα μιλάνε με χρώματα/ κι άλλοι με νότες./ Να φυλάξεις μοναχά/ σε μια μεγάλη φιάλη με νερό/ λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές/ απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός/ για το μάθημα της ιστορίας./ Είναι, Μαρία, –δεν θέλω να λέω ψέματα–/ δύσκολοι καιροί./ Και θα ’ρθουνε κι άλλοι./ Δεν ξέρω –μην περιμένεις κι από μένα πολλά–/ τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω/ κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:/ «Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος»./ Θα την αλλάξουμε τη ζωή!/ Παρ’ όλα αυτά, Μαρία.
