Πεθαίνει τέτοιες μέρες του 1943, μεσούσης της Κατοχής, χτυπημένος από την πείνα και τη φθίση σε ηλικία μόλις 46 χρόνων. Ο λόγος για τον εμβληματικό Σμυρνιό ρεμπέτη Βαγγέλη Παπάζογλου, οι υπέροχες μελωδίες του οποίου γλυκαίνουν ακόμη τα χείλη μας. Γεννιέται στο χωριό Ντουρμπαλί, λίγο έξω από την πρωτεύουσα της Ιωνίας, το 1886 ή ’87. Εγκαταλείπει το Δημοτικό στην τρίτη τάξη και εργάζεται σιδηροδρομικός μαζί με τον πατέρα του. Ταυτοχρόνως μαθαίνει μόνος του μαντολίνο, κιθάρα, βιολί και μπάντζο. Στην ξακουστή Εστουδιαντίνα «Τα Πολιτάκια» γνωρίζεται με τους Περιστέρη, Τούντα, Σέμση και τους Ογδοντάκηδες. Το 1919 κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό.
Ερχεται πρόσφυγας στην Κοκκινιά το ’22 και σχεδόν αμέσως πιάνει δουλειά στην μπίρα του Θεόφραστου στις Τζιτζιφιές και σε άλλα κέντρα της εποχής. Εκεί γνωρίζεται με την επίσης Σμυρνιά τραγουδίστρια Αγγελική Μαρωνίτη, κόρη του σπουδαίου μουσικοδιδασκάλου με το προσωνύμιο «Το Χιωτάκι». Παντρεύονται το 1927. Δεν κάνουν παιδιά και υιοθετούν τον Γιώργη, ανιψιό της Αγγέλας, η οποία χάνει το φως της το ’29. Το 1933 γραμμοφωνεί τα πρώτα του τραγούδια που κάνουν πάταγο.
Ιδού τι γράφει ο στενός συνεργάτης του Στελλάκης Περπινιάδης: «Κάθε τραγούδι του Αγγουριού ήταν και μια επιτυχία με πωλήσεις που δεν τις έβλεπαν στον ύπνο τους όλοι οι άλλοι μαζί τότε. […] Ηταν σαράντα χρόνια μπροστά. […] Εκεί που έγραφε για ένα θέμα μια επαναστατική μουσική κι άρχιζαν οι άλλοι τους αγώνες να τον αντιγράψουν, εκεί τους πέταγε κάτι άλλο, ξεχωριστό απ’ το προηγούμενο και τους τρέλαινε τους ανθρώπους». Αρνείται να συμμορφωθεί με τας υποδείξεις της λογοκρισίας του Μεταξά και αποσύρεται αυτοβούλως από τη δισκογραφία. Εξακολουθεί να εμφανίζεται, ωστόσο, σε μαγαζιά, γάμους και πανηγύρια και να γράφει τραγούδια που χαρίζει σε συναδέλφους του.
Νηστικός όντας στην Κατοχή δεν δέχεται να διασκεδάζει, παρότι δεν λείπουν οι προτάσεις, τους «φχαριστημένους και τους μαυραγορίτες», φορτώνεται στην πλάτη ένα σακί και λιμοκτονεί παριστάνοντας τον παλιατζή. Απεχθάνεται την εξουσία και ιδιαιτέρως την αστυνομία. Αηδιάζει με ηδονοβλεψία πολιτσμάνο που βλέπει κάποτε να κάνει μάτι σε ανύποπτο αντρόγυνο απ’ τις γρίλιες της κρεβατοκάμαρας.
Αντιγράφω απ’ το συγκλονιστικό βιβλίο της γυναίκας του Αγγέλας «Τα χαΐρια μας εδώ»: «Μωρέ –λέει– αστυνομία να σου πετύχει η ελληνικιά… Ολοι οι άχρηστοι που δεν μπορούνε να κάνουνε καμμιά δουλειά, όλοι οι τεμπέληδες κι οι μπανιστιρτζήδες, πάνε και γίνονται καραβανάδες πολιτσμαναίοι. Δεν τσι χωνεύω, λέει. Ετσι μου ’ρχεται να πάω να κάνω σπίτι έναν αχερένιο κι άμα μεθώ θα βάζω την Αγγέλα να τόνε δέρνει να κάνω κέφι να γλεντώ. Θα του φορέσω και στολή κανονικιά και πηλήκιο… Να τόνε δέρνει να κάνω κέφι και να γελώ. […] Δεν τους χώνευε ο Βαγγέλης. Το ’γραψε και στο τραγούδι: “Βάστα τσίλιες για τους βλάχους/ κείνους τους δεσμοφυλάκους/ βάστα τσίλιες απ’ τ’ αλάνι/ κι έρχονται δυο μολυσμάνοι”».
