«Μπορεί να φύγει τώρα; ΤΩΡΑ, όμως! Οχι σ’ ένα λεπτό, όχι σε πέντε, όχι σε μισή ώρα. Τώρα, αμέσως! Να εξαϋλωθεί, να γίνει το πρώτο πετυχημένο πείραμα τηλεμεταφοράς της ανθρωπότητας και να καταλήξει κάπου δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά! Οχι, για σιγουριά σε ένα άλλο πλανητικό σύστημα καλύτερα, κάπου που ακόμα και το Εντερπράιζ θα δυσκολευόταν να φτάσει. Σαφώς και ελλοχεύουν σοβαρότεροι κίνδυνοι στο να φέρεις κάποιον που γνώρισες πριν από λίγη ώρα στο σπίτι σου για σεξ. Μπορεί να σε ληστέψουν, να σε δείρουν, να σε σκοτώσουν. Δεν είναι δα και λίγες οι ιστορίες που έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια και δυστυχώς όλες αποδείχθηκαν αληθινές. Απ’ αυτά έχω γλιτώσει μέχρι τώρα. Μια φορά μόνο, μου την είχαν πέσει ένα τσούρμο πιτσιρικάδες στο πάρκο, είχα φάει μερικές ψιλές, γιατί είχα αρνηθεί να απαντήσω στο φιλοσοφικό ερώτημα “είσαι πούστης;” αλλά βαρέθηκαν μάλλον γρήγορα κι εγκατέλειψαν τη προσπάθεια, καθώς είδαν κόσμο να τους πλησιάζει, τρέχοντας και φωνάζοντας “θα σας γαμήσουμε τσογλανάκια”. Δε μου είχε περάσει ποτέ, όμως, από το μυαλό πως θα ερχόμουν εγώ κάποια στιγμή στη θέση του θύτη για κάποιο από τα προαναφερθέντα εγκλήματα».
Ετσι ξεκινάει το μυθιστόρημα «Στο χωριό» (εκδόσεις «24γράμματα») που έγραψε ο Μανώλης Κιλισμανής. Ο Μανώλης, άνθρωπος των συναυλιών, dj σε μαγαζιά, η «ψυχή» του ιστορικού συναυλιακού χώρου «Ρόδον club», πρώην καθηγητής Αγγλικών, συνεργάτης σε πολλά περιοδικά, ραδιοφωνικός παραγωγός και πάνω απ’ όλα μέγας λάτρης της μουσικής.
Πώς και ξεκίνησε να γράψει ένα μυθιστόρημα όμως; «Ηταν κάτι που το σκεφτόμουνα πολύ καιρό», μας λέει. «Μπορείς να πεις πως είναι και μια πράξη ‘ανταπόδοσης’. Τόσα χρόνια λέω και γράφω και κρίνω διάφορους, οπότε τώρα έχω την ευκαιρία να κριθώ κι εγώ, ώστε να είμαστε στα ίσα. Η συγκεκριμένη ιδέα υπήρχε από χρόνια και ήταν απλά θέμα να οργανωθώ ώστε να το κάνω».
«Στο χωριό» ήρωας είναι ένας νεαρός από την επαρχία, ο Αρίστος. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός του Αρίστου παραμένει ένα καλά κρατημένο μυστικό από την κοινωνία μέσα στην οποία μεγαλώνει. Τον χειμώνα είναι πιο δύσκολα, ευτυχώς όμως τα καλοκαίρια απελευθερώνεται, ειδικά με τους τουρίστες επισκέπτες οι οποίοι μένουν στον ξενώνα που διατηρεί η οικογένειά του. Μέχρι που γνωρίζεται με έναν μεγαλύτερο σε ηλικία άντρα και αλλάζει η ζωή και των δύο.
Αλλά πόσο εύκολο είναι για μια κοινωνία να αποβάλει τα στερεότυπα που έχει επί δεκαετίες και να λειτουργήσει προοδευτικά; Διόλου εύκολα, το αντίθετο μάλιστα, είναι από δύσκολο έως και αδύνατο θα έλεγα. Οσοι μεγαλώσαμε στην επαρχία, όσοι ζουν στην επαρχία ακόμα και τώρα, το γνωρίζουν πολύ καλά.
Ο Μανώλης το παρουσιάζει ως εξής: «Είναι το χρονικό μιας απρόβλεπτης καλοκαιρινής ερωτικής συνάντησης και των συνεπειών της. Οσος κόσμος έχει ασχοληθεί μαζί του προς το παρόν λέει πως διαβάζεται εύκολα κι ευχάριστα. Νομίζω πως ανήκει στη κατηγορία “μην αποκαλύψετε το φινάλε”. Θίγει κάποιες καταστάσεις και σε κάποια σημεία ίσως θεωρηθεί “τολμηρό”».
Η ελληνική κοινωνία, όχι μόνο της επαρχίας, είναι ομοφοβική; «Σ’ ένα ποσοστό 50% και βάλε ναι, δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας».
Πόσο αυτοβιογραφικές είναι εν τέλει οι ιστορίες μυθοπλασίας; «Απαξ και περιλαμβάνουν ερεθίσματα από την καθημερινότητά μας, νομίζω πως είναι, μέχρι ενός σημείου» σημειώνει ο συγγραφέας. «Αλλά πάλι δεν σημαίνει πως κάτι που είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο είναι ντε και καλά αυτοβιογραφικό. Για τη συγκεκριμένη ιστορία το πρώτο πρόσωπο ήταν μονόδρομος».
Τι διαφορά έχει η λογοτεχνία με τη δημοσιογραφία; «Στη λογοτεχνία δημιουργείς έναν δικό σου κόσμο και τον κάνεις ό,τι θέλεις. Στη δημοσιογραφία ασχολείσαι με έναν κόσμο ήδη δημιουργημένο από τρίτους, όχι ιδανικό, ο οποίος σε κάνει ό,τι θέλει τις περισσότερες φορές».
Το βιβλίο ξεκινάει με το «Let’s Go Away For Awhile» των Beach Boys. Πόση μουσική χωράει στη ζωή μας άραγε; Ο Μανώλης Κιλισμανής δίνει μια απάντηση με την οποία συμφωνούμε όλοι εμείς που ασχολούμαστε με το… σπορ: «Οσο περισσότερη αντέχουμε, μέχρι να γεμίσει το αποθηκευτικό μας σύστημα».
