Οταν η γραμματολογία μας δεν θυμάται τον Θ. Δ. Φραγκόπουλο (1923-1998) για τον ενεργό του ρόλο στα «Δεκαοχτώ κείμενα», τον μνημονεύει δίπλα στους πεζογράφους που εμφανίζονται τη δεκαετία του 1950 (Α. Κοτζιάς, Ν. Κάσδαγλης), συχνότερα δε δίπλα στον Ρόδη Ρούφο. Πέρα από τη μακρόχρονη φιλία και τη συμμετοχή τους στη μη εαμική αντίσταση, τόσο στην «Τειχομαχία» (1953) του Φραγκόπουλου όσο και στο πρώτο μέρος της τριλογίας του Ρούφου «Το χρονικό μιας σταυροφορίας: Η ρίζα του μύθου» (1954) πρωταγωνιστεί η γοητευτική μορφή του Κίτσου Μαλτέζου.
Ωστόσο, ο πληθωρικός και ανθρώπινα αντιφατικός Θ. Δ. Φραγκόπουλος («καραγατσικός ήρωας πολυσέλιδου μυθιστορήματος» για τον Γιάννη Βαρβέρη) ήταν επίσης θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, αλλά και μια ανήσυχη ποιητική φωνή. Η νέα έκδοση δεν ανθολογεί μόνο χαρακτηριστικά του ποιήματα, αλλά ο Μίλτος Φραγκόπουλος, στον εξαιρετικό του πρόλογο, κρατώντας πρέπουσα απόσταση, καταφέρνει να δώσει το σχήμα της ζωής του πατέρα του, να εντάξει το έργο στην ταραγμένη εποχή του και να διατρέξει σταθμούς της πρόσληψής του.
Πρωτοδημοσιεύοντας στον κατοχικό «Παλμό» (1944-1945), ξεκινά κι αυτός διασχίζοντας το τοπίο μιας έρημης χώρας, εκφράζοντας τη συλλογική απαισιοδοξία μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε σε δίσεκτα χρόνια. Στη συλλογή «Στάχτη» (1949) ακούγεται ήδη διαμορφωμένη η φωνή του: «Καμένα χωριά, γκρεμισμένα γεφύρια, χαράδρες / κουρασμένοι δρόμοι που έχουν πάψει να μας οδηγούν / οπουδήποτε…». Ο ταλαιπωρημένος Οδυσσέας, ο κυνηγημένος από τις Ερινύες Ορέστης, πρόσωπα και γεγονότα του Τρωικού Πολέμου (αργότερα θα προστεθεί ο Κωνσταντίνος Δραγάτσης και ο επαναστατημένος Χριστός) χρησιμοποιούνται για τις μυθικές παραλληλίες τους, όπως στη συλλογή «Τροίας Επίλογος» (1950).
Η σεφερική επίδραση συνοδεύει ως μόνιμη επωδός τις κριτικές καταθέσεις. Ο Καραντώνης μιλά για «φωτοτυπία αισθημάτων», ο Μαλάνος για «συσσωμάτωση ποιημάτων από τη σχολή των Ελιοτ-Πάουντ». Ψυχραιμότερος, ο Κώστας Κουλουφάκος στην «Επιθεώρηση Τέχνης» μιλά για «γνήσιο πατριωτισμό», παρά την «επιζήμια» χρησιμοποίηση συμβόλων από την αρχαιότητα. Οι αλληλογράφοι του, Ρίτσος και Ελύτης, στέκονται υποστηρικτικοί. Καίρια ο πρώτος (1958), σχολιάζοντας την κυκλοφορία «σε έναν χαμένο ιστορικό χρόνο», θα ζητήσει άπλωμα του παρόντος προς το παρελθόν και, εύλογα, προς το μέλλον.
Παρ’ όλο που κάποτε η θεατρική σκηνοθεσία ανακαλεί Καβάφη και η υπόγεια κυκλοφορία της αλήθειας Ρίτσο, η σεφερογενής εικονοποιία κυριαρχεί. Οπως υποστηρίζει, ωστόσο, ο ανθολόγος, η παρορμητικότητα του Φραγκόπουλου, η ενοχικότητα για ό,τι συμβαίνει και η δεκτικότητα σε ερεθίσματα υποδεικνύουν μια πιο περίπλοκη ποιητική. Ο Μερακλής, όψιμα, θα μιλήσει για πολιτική ποίηση και ο Δικταίος, πρωιμότερα (στην «Εκλογή», 1963) για επιρροές από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Και πράγματι, οι μεταφραστικές του απόπειρες από «συγγενείς» ποιητές που συγκεντρώνονται αργότερα, περιλαμβάνουν Ρίλκε, Γκότφριντ Μπεν, Τρακλ, πολύ Μπρεχτ, αλλά και Μπίρμαν και Ετσενσμπεργκερ.
Στη δίτομη έκδοση του 1975-76 (Διογένης), η «δαντική εμπειρία» του ταξιδιού (1957) στην «κόλαση του Τρίτου Κόσμου» (Πακιστάν και Αφγανιστάν) αναγνωρίζεται ως τομή που σηματοδοτεί την αλλαγή προσανατολισμού προς μια ποίηση κοινωνικά ανήσυχη, η οποία προοδευτικά ριζοσπαστικοποιείται, αποκτά δηκτικό ύφος, «με νωπά τα ίχνη από τις ερπύστριες» μετά το 1967, και κάποτε, ενισχυμένη από την παραμονή στην Τυνησία το 1973 και τις εξελίξεις στην Ελλάδα, εκτροχιάζεται προς την καταγγελία. Στην «Προβοκάτσια» του Νοεμβρίου 1976, γραμμένη μία μέρα μετά την απαγόρευση της πορείας του Πολυτεχνείου από την κυβέρνηση Καραμανλή, ο υπαινιγμός στον Κατσαρό [«Για να ξεπαστρέψουμε μια για πάντα τους φασίστες (κι εμένα ακόμα που σας μιλώ, αν πρέπει»)] συνεχίζεται με τρόπο που ούτε εκείνος θα τολμούσε: «Κάνετε τα ποιήματά σας όπλο μάχης και / με την ξιφολόγχη του στίχου / νύξατε! Εδώ! Στην καρδιά του Καραμανλή».
Ο θάνατος του Σεφέρη, ο θάνατος του Ρούφου και η προσγείωση από τον συλλογικό αντιδικτατορικό αγώνα (την ίδια εποχή στρέφεται στο διήγημα, «με τον έμμεσο, “μπορχεσιανό” τρόπο», συνδημιουργώντας με τον Ρούφο τη μυθολογία της Βολιγουάης) σε μια μεταπολιτευτική εποχή χωρίς ισχυρά ερείσματα αισιοδοξίας σκορπίζουν πάλι την απαισιοδοξία στην ποίησή του και την αμφιβολία στον ποιητή για την αφύπνιση «της εφησυχάζουσας συνείδησης των υπολοίπων».
Την τελευταία εικοσαετία, και ενώ οι αλλοπρόσαλλες κάποιες φορές πολιτικές εκτιμήσεις οδηγούν σε αντιφατικές αποτυπώσεις στην ποίησή του, ο Φραγκόπουλος κλείνει σταδιακά τους λογαριασμούς με το παρελθόν: σε ένα διήγημα με τον Ζέρβα (σύρθηκε στο βουνό από κάποιον που προετοίμασε τη χούντα!), στο δεύτερο μυθιστόρημά του («Το σιωπηλό σύνορο», 1995) με τον Μαλτέζο (η απώλειά του αντιμετωπίζεται ως «βίωμα ενός άλλου»), και το αφιερωματικό τομίδιο στον αγαπημένο Ρούφο σφραγίζει την πολύχρονη διεργασία του πένθους. Εχοντας αποχαιρετήσει ήδη τον Σεφέρη («Δάσκαλε», 14.10.71), τώρα μπορεί να αποτινάξει από πάνω του και τη βαριά σκιά του.
Στην τελευταία συλλογή είναι και πάλι ένας άλλος, καθώς κινείται με άνεση θεματικά και μορφικά στα όρια του μεταμοντερνισμού, θαυμαστής μιας γενιάς νεότερων ποιητών, από την οποία ξεχωρίζει τον Διονύση Καψάλη. Τη συλλογή του 1994 με τον σημαίνοντα τίτλο «Αλλη Γραφή» ανοίγει ένας «Φόρος τιμής» στον Ανδρέα Εμπειρίκο και κλείνει η εξαιρετική «Μπαλάντα για ποιητή ένδοξος που ’ναι». Το είδος, που το έφερε στην Ελλάδα ο Βιζυηνός, το έκανε γνωστό ο Καρυωτάκης και το χρησιμοποίησε προκλητικά ο Κατσαρός («Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι»), πριν ακολουθήσουν οι «Σκοτεινές μπαλάντες» του Νάσου Βαγενά κι αυτές του Ηλία Λάγιου ή του Διονύση Καψάλη, αποτελεί το καλύτερο όψιμο (αυτο)παρωδιακό σχόλιο μιας μακράς ποιητικής πορείας.
