Δεν είναι αλήθεια ότι όποιος μιλάει καλά γράφει και καλά. Από τη στιγμή που η γραφή δεν είναι ένα απλό αποτέλεσμα της ομιλίας, αλλά κάτι πολύ πιο σύνθετο, δηλαδή το αποτέλεσμα ενός συστήματος σκέψης περισσότερο δομημένο από έναν προφορικό λόγο.
Η απόλυτη διαφορά ανάμεσα στην ομιλία και τη γραφή αποδεικνύεται από το απλοϊκό γεγονός ότι όταν γράφεις… σιωπάς. Η γραφή εξάλλου απαιτεί τη σιωπή, και το ίδιο ισχύει και για την ανάγνωση.
Μιλώντας «λες» τις λέξεις και γράφοντας τις «συνθέτεις». Αν η καθημερινή κουβεντούλα φθείρει τον προφορικό λόγο κάνοντάς τον εφήμερο, η γραφή τείνει να διαφοροποιεί τις λέξεις ορίζοντας το νόημά τους και εγκαθιδρύοντας, με τους αναγνώστες, μια σχέση διάρκειας στον χρόνο.
Με τον τρόπο αυτόν, ο προφορικός λόγος, που κατευθύνεται προς όποιον είναι κατά κάποιον τρόπο διατεθειμένος να τον ακούσει, δεν αφορά το ταλέντο στη γραφή, κάτι που, άμεσα, όποιος γράφει επεξεργάζεται χωρίς εξωτερικούς συνομιλητές. Μπορούμε να αναφερθούμε σε πολλούς συγγραφείς που ήταν αρνητικοί στο να ομιλούν δημόσια, όπως ο Ελιο Βιτορίνι (1908-1966), που όμως έγραψε μια συλλογή από άρθρα και σύντομα δοκίμια, με τον τίτλο «Δημόσιο ημερολόγιο» (1957), όπου δεν ομιλεί παρά… γράφοντας.
Μια παράλληλη ιδιοσυγκρασία για τη «λέξη στο στόμα» υπερασπίζεται και ο αυστηρός και δυσνόητος συγγραφέας Στέφανο Ντ’Αρίγκο (1919-1992), που συνέθεσε το πολυσυζητημένο «Horcynus Orca» (1975), το πιο κλασικό «θαλασσινό» μυθιστόρημα της ιταλικής λογοτεχνίας, που έχει κριθεί «δύσβατο» επειδή ανατρέχει στους νεολογισμούς και στη διάλεκτο αλλά στην ουσία είναι κατανοητό αν παρατηρήσουμε πως, δίπλα στις ασυνήθιστες και λιγότερο γνωστές λέξεις, ο συγγραφέας ξέρει καλά να τοποθετεί όρους τρέχουσας χρήσης που, κατ’ αντανάκλαση, εξηγούν το νόημα της κάθε φράσης.
Αναφορικά δε με τις νεόπλαστες λέξεις που είναι παρούσες στο κείμενο, πρέπει να θυμηθούμε ότι, ξεκινώντας από τον Δάντη, τον «πατέρα» της ιταλικής γλώσσας, το να επινοείς καινούργιες λέξεις παραμένει αναγνωρισμένο δικαίωμα του κάθε συγγραφέα.
*ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
