Ο μοντερνιστής αρχιτέκτονας Γιου Μιν Πέι, ένας από τους πιο διάσημους του 20ού αιώνα, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 102 ετών τη νύχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη στη Νέα Υόρκη, όπως δήλωσε ο γιος του Τσεν Τσουνγκ Πέι στους New York Times. Εκπρόσωπος της εταιρείας του Κινεζοαμερικάνου στη Νέα Υόρκη επιβεβαίωσε το θάνατό του στο Associated Press.
Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται οι γυάλινες πυραμίδες που αποτελούν την είσοδο του μουσείου του Λούβρου, ο ουρανοξύστης της Bank of China στο Χονγκ Κονγκ, η προεδρική βιβλιοθήκη του Τζον Κένεντι στη Βοστόνη, πτέρυγα της Εθνικής Πινακοθήκης στην Ουάσινγκτον και το Δημαρχείο του Ντάλας.
Ο Τσεν, γιος ενός σημαντικού τραπεζίτη στην Κίνα, εγκατέλειψε την πατρίδα του το 1935, μετακόμισε στις ΗΠΑ, σπούδαζε αρχιτεκτονική στη Μασαχουσέτη και στο Χάρβαρντ και πήρε την αμερικανική υπηκοότητα το 1954.
Στα μουσεία, τα δημοτικά κτίρια, τα ξενοδοχεία, τα σχολεία και άλλες δομές που έχτισε ο Πέι σε όλο τον κόσμο φαίνεται η γεωμετρία ακριβείας και η αφηρημένη ποιότητα σε συνδυασμό με… σεβασμό στο φως. Έργα φτιαγμένα από πέτρα, χάλυβα και γυαλί , το οποίο χρησιμοποιούσε συχνά.
Στο Λούβρο, μέρος του οποίου χρονολογείται από τον 12ο αιώνα, ο αρχιτέκτονας έχτισε το πιο αμφιλεγόμενο δημιούργημά του, το οποίο ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει αναμφισβήτητα ως το πιο δύσκολο της καριέρας του.
Αφού ο τότε πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν τον «έκλεισε» με άκρα μυστικότητα για το για την αναδιαμόρφωση του Λούβρου, ο αρχιτέκτονας μελέτησε για τέσσερις μήνες το μουσείου αλλά και την ιστορία της χώρας.
Ύστερα πήρε την απόφαση για την φουτουριστική πυραμίδα ύψους 70 ποδιών, ως μεγάλη είσοδο για το μουσείο, και τις τρεις μικρότερες δίπλα, την οποία επέκριναν πολλοί Γάλλοι. Το τολμηρό σχέδιο ενός ελάχιστα γνωστού στη Γαλλία αρχιτέκτονα τότε θα δει τελικά το φως της μέρας το 1988.
Άφησε επίσης τη σφραγίδα του στο Βερολίνο κατασκευάζοντας ένα παράρτημα του γερμανικού ιστορικού μουσείου –που εγκαινιάστηκε το 2003– και στην Ντόχα, όπου ανέλαβε την κατασκευή του μουσείου ισλαμικής τέχνης.
«Οι σύγχρονοι αρχιτέκτονες τείνουν να επιβάλουν τον μοντερνισμό στα πράγματα. Υπάρχει μια κάποια μέριμνα για την Ιστορία αλλά δεν είναι πολύ βαθιά», δήλωνε σε μια συνέντευξη στους New York Times το 2008. «Καταλαβαίνω πως τα πράγματα έχουν αλλάξει, έχουμε εξελιχθεί. Αλλά δεν θέλω να ξεχνάμε την αρχή (…) Μια αρχιτεκτονική που κρατάει πρέπει να έχει ρίζες».
Όταν ο Πέι κέρδισε το διεθνές βραβείο Πρίτζκερ το 1983, το Νόμπλε της αρχιτεκτονικής, αξιοποίησε το χρηματικό ποσό των 100.000 δολαρίων που το συνόδευε ώστε να ξεκινήσει ένα πρόγραμμα για Κινέζους αρχιτέκτονες που θέλουν να σπουδάσουν στις ΗΠΑ.
Τιμήθηκε επίσης με το Μεγάλο Χρυσό Μετάλλιο της γαλλικής Ακαδημίας Αρχιτεκτονικής (1981), τον Φρανσουά Μιτεράν με το παράσημο του αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής (1993) και τον Τζορτζ Χ. Ου. Μπους που του απένειμε το προεδρικό μετάλλιο της Ελευθερίας (1992).
Ο Πέι εξακολουθούσε να αναλαμβάνει έργα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όπως τα μουσεία στο Λουξεμβούργο και το Κατάρ, ενώ αποχώρησε επίσημα από την εταιρεία του το 1990.
Ζούσε με τη σύζυγό του από το 1942 μέχρι το θάνατό της το 2014. Είχαν τέσσερα παιδιά, δύο από τα οποία έγιναν αρχιτέκτονες.
