Πρόκειται για ένα εκθετήριο ανθρώπινης συμπεριφοράς, κάτι σαν τα ανθρωπολογικά εκθέματα που μας πρόσφερε πριν από μερικά χρόνια ο Νοτιοαφρικανός Μπρετ Μπέιλι στην Αθήνα, υπό τη Στέγη. Πράγματι στην αρχή τα πάντα πάνω στη σκηνή της Φρυνίχου μάς μοιάζουν ακινητοποιημένα, βαλσαμωμένα, με το περίεργο να μην είναι η δυσκαμψία τους, μα η ξαφνική ενεργητικότητά τους απόψε, μπροστά μας και για χάρη μας. Πρόκειται ίσως για μια σύναξη εκθεμάτων, που κατέβηκαν από τις προθήκες τους, για να μπουν πάλι πίσω εκεί, με το πρωινό φως.
Αυτός είναι πιθανόν και ο λόγος που ο Δημήτρης Καραντζάς οδηγεί τους ηθοποιούς του στους «Βρικόλακες» σε μια περίεργα «τριτοπρόσωπη» διδασκαλία, σε μια προσέγγιση μετα-μπρεχτική, στην οποία οι ρόλοι γίνονται για τους ηθοποιούς προσωπεία και κοστούμια συμπεριφοράς, μανιέρες ήθους και ύφους που κουβαλούν επί σκηνής και βγάζουν όταν κατεβαίνουν από τη σκηνή για να περιμένουν υπομονετικά στα πλάγια τη σειρά τους.
Είναι η βάση ενός θεάτρου που γνωρίζουμε κυρίως σαν «επικό» ή «πολιτικό», δανείζει όμως κατά πώς φαίνεται το ύφος του στη σκηνή αυτών των «Βρικολάκων». Με αυτή ο Καραντζάς φτάνει τον υποκειμενικό ρεαλισμό του Ιψεν στα όριά του και δίνει στα πράγματα του ιψενικού κόσμου την εύκαμπτη υλικότητα και τον, πολύ χαρακτηριστικό για το δικό του ύφος σκηνοθεσίας, εξαϋλωμένο αντίλαλο.
«Βρικόλακες» – Θέατρο Τέχνης Φρυνίχου
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως τουλάχιστον το πρώτο μισό της παράστασης των «Βρικολάκων» στη Φρυνίχου, όταν η κεντρική γραμμή της παράστασης τηρείται με απόλυτη συνέπεια, θα μπορούσε να παιχθεί μπροστά σε οποιοδήποτε απαιτητικό κοινό με επιτυχία. Φέρει τον αέρα του ιδεατού παγκόσμιου φόρουμ όπου ανήκει το ιψενικό θέατρο, μαζί με τη χαρακτηριστική αύρα της ελληνικής εξωστρέφειας των τελευταίων δύο δεκαετιών που διακρίναμε στον Καραντζά από τις πρώτες κιόλας σκηνοθεσίες του.
Είναι μια πρόταση για τους «Βρικόλακες» βαθιά πρωτότυπη στην κεντρική ιδέα, πυκνή και βαθιά στο ερμηνευτικό μέρος. Καθόλου τυχαίο που το θέατρο της Φρυνίχου γνωρίζει με αυτή μια λαμπρή στιγμή τόσο στην πλατεία όσο και στον εξώστη του.
Είναι εν τέλει μια πρόταση δοσμένη απολύτως στον Ιψεν. Σπανίζει ολοένα και περισσότερο αυτό: το ανέβασμα ενός (κλασικού) συγγραφέα από νέο σκηνοθέτη με τρόπο ώστε να βλέπουμε τη μεταξύ τους συνομιλία, αντί για τον μονόλογο του ενός στο έργο του άλλου.
Εδώ οι «Βρικόλακες» έχουν ανεβεί αυτούσιοι στη λαμπρή μετάφραση της Μαργαρίτας Μέλμπεργκ από άκρη σε άκρη, χωρίς να έχει μεταβληθεί ούτε κόμμα ούτε «και», χωρίς ούτε μία (για όσους ακόμα πιστεύουν) «απιστία» στο σώμα του. Και, όπως παρατηρώ, δεν υπάρχει διαστροφή ή διαστρέβλωση ούτε και στο περιβόητο «νόημά» του… Αυτό που βλέπουμε στη Φρυνίχου είναι Ιψεν ολόκληρος και ακέραιος, κλασικός και σύγχρονος.
Μα μια που μιλάμε για το νόημα των «Βρικολάκων»… Βρίσκεται από την αρχή εκεί, όπως τα πρόσωπα των «Βρικολάκων» αυτοπαρουσιάζονται στους θεατές τους με μια χειρονομία, με ένα, ας το πούμε, «γκέστους», φανερώνοντας τι επιδιώκουν και πώς σκοπεύουν να το κατακτήσουν… Κι ύστερα υπάρχει στο πώς αρχίζουν αυτά να κινούνται, το ένα εξαρτώμενο από το άλλο, σαν μαριονέτες που τα νήματα της μιας έχουν μπερδευτεί στα νήματα της άλλης. Σχέδια και στόχοι είναι το νόημα, προς μια φυγή, για μια έξοδο. Αλλά κανείς δεν μπορεί να δραπετεύσει από αυτόν τον οίκο -εδώ μόνο μπαίνεις, δεν μπορείς να βγεις. Το σπίτι είναι στοιχειωμένο από τις μνήμες, με μια μολυσματική πληγή να σοβεί στα σπλάχνα της σεβάσμιας οικογένειάς του. Και η πληγή απλώνεται στην κοινωνία, γίνεται το απόστημα της ηθικής και της τάξης της, υπηρετείται από το καθεστώς και το σύστημα.
Πρόκειται για το νόημα των νεκρών αξιών που ακόμα ζουν και απονεκρώνουν όσους τις ακολουθούν. Είναι το νόημα ενός κληροδοτημένου σκότους, που φοβάται όσο και ελπίζει το φως μιας νέας ημέρας που έρχεται. Φως για να διαλύσει τα σκοτάδια, να σκοτώσει τους νεκρούς, να εξαγνίσει το μέλλον.
Ας είμαστε όμως πρακτικοί. Το μυστικό της επιτυχίας της παράστασης δεν βρίσκεται στο νόημά της. Βρίσκεται στη διδασκαλία και ερμηνεία των ηθοποιών της, κυρίως στα υπέροχα επί σκηνής ζευγάρια της…
Ο ταρτουφισμός του πάστορα Μάντερς από τον Ακύλλα Καραζήση απέναντι στην απελπισμένη και αποφασισμένη Ρεγκίνε της Ιωάννας Κολλιοπούλου. Και απέναντι στον κουτοπόνηρο μα και κατά βάθος αγαθό Εγκστραντ του Κώστα Μπερικόπουλου. Πάνω από όλα σε αυτή την Ελεν Αλβινγκ της Ρένης Πιττακή, τόσο αισθητή στη μαρτυρική μοναξιά της… Νομίζω πως η αυτή η ερμηνεία μπορεί να θεωρηθεί ήδη πως έχει μπει σε μία από τις περίοπτες προθήκες του θεάτρου μας.
Κυρίως βρίσκεται στη μεγαλειώδη σκηνή στο τέλος των «Βρικολάκων», όταν απέναντι στον καταρρέοντα γιο της, στον άγνωρο και μοιραίο Οσβαλντ του Μιχάλη Σαράντη, η Πιττακή αφήνει για πρώτη φορά να ανοίξουν τα παράθυρα της Αλβινγκ, για να δούμε μέσα τους όχι μόνο την άβυσσο, αλλά κι εκείνο το μικρό φως που χάνεται. Είναι τόσο βαθιά μελετημένη η σκηνή, ώστε όλοι κατά βάθος σαν να γνωρίζουμε προς το πού κατευθύνεται η κ. Αλβινγκ όταν βγαίνει από τη σκηνή. Σαν να υποψιαζόμαστε τι σκοπεύει να κάνει με όση μορφίνη τής έχει πιθανόν απομείνει στο χέρι.
Το μυστικό της παράστασης βρίσκεται λοιπόν στη διδασκαλία της, που δεν έχει αφήσει πτυχή του κειμένου χωρίς να αναλύσει ή να φανερώσει. Αν εξαιρέσει κανείς κάποιες σκηνές που φαίνονται κάπως άγαρμπες (η αποκάλυψη της σχέσης του Οσβαλντ με τη Ρεγγίνε είναι μία από αυτές) και μια κάποια χαλάρωση στο δεύτερο μισό της παράστασης, στο σύνολό της αποτελεί μια αληθινά αξιομνημόνευτη κατάθεση.
Τα σκηνικά της έκθεσης για την οποία μιλήσαμε ανήκουν στην Κλειώ Μπομπότη και τα κοστούμια της στην Ιωάννα Τσάμη. Ο Δημήτρης Καμαρωτός και ο Λευτέρης Παυλόπουλος έχουν συνθέσει για λογαριασμό της, σε ήχο και φως, το περιβάλλον της χαίνουσας μνήμης και της μαρτυρικής απόκρυψης.
