Πριν από πολλά, Χριστούγεννα νομίζω, βρεθήκαμε στο σπίτι με γλάστρα που το φυτό της το βλέπαμε πρώτη φορά. Μας είπαν ότι είναι ανθεκτικό, ζει πολλά χρόνια και σε εσωτερικό και σε εξωτερικό χώρο, δεν θέλει ιδιαίτερη περιποίηση και είναι αειθαλές. Τα φύλλα του, πράσινα, γυαλιστερά και σαρκώδη. Αναπαράγεται εύκολα: κόβεις – φυτεύεις. Αλλά ούτε λέξη για ανθοφορία. Μόνο το όνομα: σεφλέρα.
Πέρασαν από τότε χρόνια πολλά, μπορεί και τριάντα. Με την αντιγραφή – επικόλληση, ένα γεωπονικό copy – paste, η γλάστρα έγινε γλάστρες, οι μικρές γλάστρες μεγάλωσαν, βάλε και κάποια λιπάσματα (στην τύχη) και κάποια κλαδέματα (κι αυτά στην τύχη) και λίγο φρέσκο χώμα (στη χάση και τη φέξη), μια γωνιά της βεράντας, κάτω από τέντα, έγινε ένα μικρό σεφλερόδασος. Λουλούδι όμως, ούτε δείγμα.
Γι’ αυτό της αφιερώνω το σημερινό χρονογράφημα. Διότι μία σεφλεριά, νομίζω η δεύτερη σε ηλικία, ανθοφόρησε. Ετσι, από περιέργεια, γκουγκλάρισα την κυρία. Και είδα, πρώτον ότι είναι φυτό τροπικό που κατάγεται από τη Μαλαισία, από τα δημοφιλέστερα πράσινα φυτά εσωτερικού χώρου (οι δικές μας είναι όλες στη βεράντα).
Δεύτερον, με κατάλληλη περιποίηση, επειδή έχει ανάπτυξη δενδροειδή, μπορεί να ψηλώσει και στα τέσσερα μέτρα· σε κήπο προφανώς. Και ότι, τρίτον, ανθοφορεί μεν (βοτρυώδεις ταξιανθίες) εάν τηρηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, αλλά μόνο το καλοκαίρι.
Δεν ξέρω τι την έπιασε τη δική μας και ανθοφόρησε μες στον Γενάρη. Μελέτησε Ηράκλειτο; Φύσιν κρύπτεσθαι φιλεί; Ή πήρε ανάποδες ζητώντας, με τον τρόπο της, περισσότερη περιποίηση; Επικοινωνούν τα φυτά; Δεν το έχω ψάξει.
Πάντως, η φίλη και κουμπάρα μου η Φανή, μαστόρισσα γενικώς (ράβει, ζωγραφίζει, κεντάει, μαγειρεύει, διαβάζει Ιστορία…), μιλάει στα φυτά της και την ακούνε. Η βεράντα της είναι… διαγωνιστική.
