Η νέα δεινή κοινοβουλευτική ήττα την οποία υπέστη η Βρετανίδα πρωθυπουργός Τερέζα Μέι για το Βrexit, η επιμονή της Υπηρεσίας Αεροπορίας των ΗΠΑ να μην καθηλώσει στο έδαφος τα αεροσκάφη Boing MAX 8, η παραίτηση του Αλγερινού προέδρου Μπουτεφλίκα από τη διεκδίκηση πέμπτης θητείας καθώς και η απόρριψη της προσφυγής του Γιάννη Βαρουφάκη και του ευρωβουλευτή Φάμπιο ντε Μάσι από το Γενικό Δικαστήριο της Ε.Ε., κατά της ΕΚΤ, συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις της ημέρας που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου.
Σύσσωμος ο βρετανικός τύπος αναφέρεται στη χθεσινή δριμεία κοινοβουλευτική ήττα της Μέι η οποία πλέον αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά, περιλαμβανομένης μιας άτακτης εξόδου από την Ε.Ε.
Έτσι στο πρωτοσέλιδό του ο Guardian έχει τίτλο: «Άλλη μια τεράστια ήττα για τη Μέι και μόλις 16 ημέρες πριν το Brexit» και στο σχετικό ρεπορτάζ τονίζει ότι η δεύτερη ταπεινωτική ήττα που υπέστη η Βρετανίδα πρωθυπουργός σχετικά με τη συμφωνία της για την έξοδο της χώρας της από την Ε.Ε., επέφερε ένα νέο ισχυρό πλήγμα στην ήδη τρωθείσα εξουσία της καθώς 75 βουλευτές της δεν υπερψήφισαν το σχέδιό της για το brexit. Οι Times από την πλευρά τους γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους : «Οδηγείται σε απόγνωση» και στο κύριο άρθρο τονίζουν ότι η Βρετανία βυθίζεται σε πολιτική κρίση καθώς και ότι τα επόμενα 24ωρα η Βρετανίδα πρωθυπουργός ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με νέες παραιτήσεις υπουργών της.

Στη γειτονική Γαλλία, η «Le Monde» γράφει στο πρωτοσέλιδό της: «Αλγερία: Ο Μπουτεφλίκα οπισθοχωρεί για να σώσει την δικτατορία» και στο κύριο άρθρο υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι αναμένεται εντός του τρέχοντος έτους να διεξαχθεί μια διεθνής διάσκεψη για τη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος της βορειοαφρικανικής χώρας, ενώ τονίζει ότι το καθεστώς εντελώς παράνομα προσπαθεί ουσιαστικά να παρατείνει τη διάρκεια της τρέχουσας θητείας του υπέργηρου Μπουτεφλίκα. Προσθέτει δε, ότι μετά την πρώτη τους νίκη, οι διαδηλωτές καλούν σε συνέχιση των κινητοποιήσεων προκειμένου να επέλθει η ουσιαστική πολιτική αλλαγή.
Στη Γερμανία, την απόρριψη της προσφυγής του πρώην υπ. Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη και του Γερμανού ευρωβουλευτή Φάμπιο ντε Μάσι από το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, οι οποίοι στρέφονταν κατά της ΕΚΤ επειδή δεν έδωσε πρόσβαση στην Ελλάδα σε εσωτερικά έγγραφα την κρίσιμη περίοδο για την ελληνική οικονομία πριν το δημοψήφισμα του 2015, σχολιάζει η εφημερίδα Tageszeitung.
Τα επίμαχα έγγραφα τα οποία είχαν τότε ζητηθεί και τα οποία δεν δόθηκαν ποτέ στην ελληνική κυβέρνηση από την ΕΚΤ αφορούσαν την απόφαση της τελευταίας να παγώσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας προς τις ελληνικές τράπεζες.
«Ήταν ο βασικός μοχλός πίεσης προς την ελληνική αριστερή κυβέρνηση: την άνοιξη του 2015 η ΕΚΤ αποφάσισε να αποσυνδέσει τις ελληνικές τράπεζες από τoν μηχανισμό έκτακτης στήριξης του ευρωσυστήματος, τον λεγόμενο Μηχανισμό Έκτακτης Παροχής Ρευστότητας (ELA). H EKT είχε στηρίξει τότε την απόφασή της σε μια μυστική νομική γνωμοδότηση. Τώρα το Δικαστήριο της Ε.Ε. στο Λουξεμβούργο αποφάσισε ότι η αμφιλεγόμενη αυτή κίνηση ήταν νόμιμη» γράφει η TAZ.
Σύμφωνα με την ετυμηγορία, η ΕΚΤ είχε το δικαίωμα να λάβει υπόψη τις πιθανές αρνητικές συνέπειες που θα είχε η δημοσιοποίηση του εγγράφου τόσο για το 2015 όσο και για τα συνακόλουθα έτη».

Η TAZ παρατηρεί ακόμη πάντως ότι εάν η απόφαση παραμείνει ως έχει τότε θα συνιστά «αθώωση» για την ΕΚΤ και «ενδεχομένως να έχει μεγάλης εμβέλειας συνέπειες για όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Έτσι στο εξής θα πρέπει να φοβούνται ότι σε περίπτωση παρόμοιας κρίσης χρέους με την Ελλάδα ενδέχεται να πιαστούν στην ίδια μέγκενη. Η απόφαση της ΕΚΤ είχε δυσχεράνει τότε τη διαπραγματευτική θέση της αριστερής κυβέρνησης».
Όπως υπενθυμίζει η TAZ, η απόφαση της ΕΚΤ είχε προκαλέσει τότε κύμα οργής ενώ 30.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και επιφανείς οικονομολόγοι όπως ο Τζέιμς Γκαλμπρέιθ και ο Τζέφρι Σακς ή η πρώην υποψήφια του SPD για την ομοσπονδιακή προεδρία Γκεζίνε Σβαν, είχαν ζητήσει να αναθεωρηθεί η απόφαση (της ΕΚΤ).
Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού τις ΗΠΑ τέλος,η Washington Post έχει τίτλο: «Η Αμερικανική Υπηρεσία Αεροπορίας αντιστέκεται στη λήψη αποφάσεων για τα αεροπλάνα» και στο σχετικό ρεπορτάζ επισημαίνει, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η αν και η μια μετά την άλλη οι μεγαλύτερες χώρες του πλανήτη απαγόρευσαν τις πτήσεις του συγκεκριμένου τύπου αεροσκάφους, οι αρμόδιες αμερικανικές αρχές εξακολουθούν να μην απαγορεύουν τις πτήσεις με το συγκεκριμένο αεροσκάφος και στην ουσία έχουν μείνει μόνες τους.
Προσθέτει δε ότι η κυβέρνηση Τραμπ αδιαφόρησε στις δικομματικές εκκλήσεις γερουσιαστών οι οποίοι ζητούσαν την καθήλωση των αεροσκαφών τουλάχιστον προσωρινά.
