ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα νέο, ωραίο και αγαπημένο ζευγάρι, η Αννα και ο Πέτρος, ξεσπιτώνονται κάπου στη Σιβηρία, όπου ο άντρας, μηχανικός, αναλαμβάνει να εκτρέψει τοξικό ποτάμι. Μικρή θρησκευτική κοινότητα, που θεωρεί την πηγή του ιερή, αντιδρά σφόδρα. Και ξαφνικά η Αννα μένει έγκυος, ενώ έχει να κάνει πολύ καιρό έρωτα με τον σύζυγό της. Τι συμβαίνει; Θαύμα ή απιστία;

Αυτά τα ολίγα φτάνουν ως εισαγωγή για την εντυπωσιακή πέμπτη ταινία του Αγγελου Φραντζή, «Ακίνητο ποτάμι», που βγαίνει την Πέμπτη 21 Μαρτίου στις αίθουσες από την Danaos Films. Κάτι σαν το ελληνικό «Μωρό της Ρόζμαρι», βλέπεται με κομμένη την ανάσα, αν και με άπειρες ερωτήσεις και σκέψεις να σε κατακλύζουν.

Ο ταλαντούχος και πάντα πρωτοπόρος σκηνοθέτης του «Polaroid» και του «Μέσα στο δάσος», τη γύρισε σε Ρωσία και Λετονία, στηριγμένος σε μια διεθνή συμπαραγωγή και με την υπογραφή «Heretic» των Γιώργου Καρναβά και Κωνσταντίνου Κοντοβράκη στην παραγωγή, αυτών που βράβευσε η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου με το Eurimages Co-Production Award. Εχει και δυο εξαιρετικούς πρωταγωνιστές, την Κάτια Γκουλιώνη και τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, από τα πιο σημαντικά κινηματογραφικά πρόσωπα.

Οσο για τον ίδιο, είχε πολλά να μας πει και να μας εξηγήσει.

● Το «Ακίνητο ποτάμι» είναι μια πολύ γοητευτική ταινία, πιάνει ίσως κόσμο που δεν βλέπει ελληνικό σινεμά, που αγαπάει το «είδος», που θέλει «κλασικά» κινηματογραφικά στοιχεία, πλάνα, ομορφιά, σασπένς, ερμηνείες. Περίεργο για έναν σκηνοθέτη που η ταμπέλα «πειραματικός» πάντα τον ακολουθεί.

Μα για μενα αυτό ήταν το στοίχημα. Θα έλεγα ότι είναι η πιο πειραματική ταινία μου. Ηθελα να αναμετρηθώ κάπως με την κλασική φόρμα, αλλά με έναν δικό μου τρόπο, μέσα από το δικό μου σύμπαν και βλέμμα.

Να ισορροπήσω ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο. Ουσιαστικά αυτό έχει επιτευχθεί μόνο στα ’70s στον αμερικανικό κινηματογράφο. Εννοώ τις μεγάλες κλασικές ταινίες του Τσιμίνο, του Κόπολα, του Φρίντκιν κ.ά. Είχαν εισπνεύσει όλο τον αέρα της νουβέλ βαγκ και της Ευρώπης και ταυτόχρονα, πατώντας με το άλλο πόδι στην κλασική αμερικανική δραματουργία, άγγιξαν το κοινό με πολύ προσωπικές ταινίες.

● Τι σας συνδέει λοιπόν με το «αγόρι» που είκοσι χρόνια πίσω έμπαινε στο ελληνικό σινεμά;

Νομίζω ότι παρ’ όλο που οι ταινίες μου είναι πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη σαν ύφος και σαν στιλ, τελικά υπάρχει ένας κοινός άξονας κι ας μην είναι εύκολο να τον εκφράσω με λόγια. Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό. Κάθε ταινία είναι για μένα μια καινούργια έρευνα, ένα καινούργιο μονοπάτι, η αφορμή να ψάξεις, να σκεφτείς, να διευρύνεις το πεδίο της συνείδησής σου. Αλλιώς γιατί να κάνουμε ταινίες;

● Δεν σας ενδιαφέρει, δηλαδή, να είστε αναγνωρίσιμος;

Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η «υπογραφή». Οσο μια ταινία μιμείται την υπογραφή σου στην προηγούμενη, τόσο αρχίζει και εξασθενεί και η ίδια υπογραφή. Το έχουμε δει και σε πολύ μεγάλους καλλιτέχνες. Γι’ αυτό μου άρεσε τοσο πολύ ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, γιατί είχε την ελευθερία να κάνει κάθε φορά ό,τι του καπνίσει. Αλλά πάντα ήταν μια ταινια του Παναγιωτόπουλου, το ήξερες αυτό.

● Εδώ όμως είχα την αίσθηση ότι αυτή η ταινία γεννιόταν ήδη από την προηγούμενη, το «Σύμπτωμα». Ηταν, όπως είχατε πει, «μια ταινία για τον διάβολο που έχουμε μέσα μας», ενώ το «Ακίνητο ποτάμι» είναι για τον Θεό, έναν Θεό ορθόδοξο και Ρώσο. Το υπερφυσικό, υπερβατικό, μεταφυσικό -πώς να το πω;- στοιχείο μπήκε ξεκάθαρα στη δουλειά σας. Εχω δίκιο;

Εχετε δίκιο που συσχετίζετε τις δυο ταινιες, παρ’ όλο που είναι διαφορετικές. Το «Ακίνητο ποτάμι» ως σενάριο και πρότζεκτ ξεκίνησε πριν από το «Σύμπτωμα». Αλλά το υπερβατικό στοιχείο νομίζω ότι πάντα με απασχολούσε, αν όχι από το «Polaroid», αλλά οπωσδήποτε από τις επόμενες ταινίες μου.

● Το θεωρούσαμε πάντως περισσότερο κάτι σαν «υπαρξιακό». Τώρα πια μιλάμε για Θεό, θρησκεία, θαύματα. Σας ενδιαφέρει η ίδια η μεταφυσική ή κυρίως οι ιστορίες ή η φόρμα στην οποία μπορεί να οδηγήσει τον καλλιτέχνη;

Μεταφυσικό και πραγματικό για μένα είναι σχεδόν ένα. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η πραγματικότητα ιδωμένη μεταφυσικά. Και η μεταφυσική, ιδωμένη με πραγματικότητα. Ξέρουμε πια πολύ καλά από τη σύγχρονη Φυσική, από την επιστήμη, ότι αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα δεν είναι παρά οι περιορισμοί της ανθρώπινης φυσιολογίας, η όποια δυνατότητα έχουμε να κατανοήσουμε τον κόσμο.

Το μάτι βλέπει ένα συγκεκριμένο εύρος, τα πράγματα που αγγίζουμε νομίζοντας ότι είναι στερεά, δεν είναι. Το ξέρουμε ότι η πραγματικότητα είναι και αυτό που βλέπουμε, αλλά είναι και κάτι άλλο. Πόσο μάλλον σε ένα ψυχικό επίπεδο, όπου η συνείδηση καθορίζει και επηρεάζει την πραγματικότητα.

● Ολα αυτά μπήκαν σε μια ιστορία, σε πρόσωπα με σάρκα και οστά. Μια σύγχρονη γυναίκα, η οποία υποδέχεται ένα «θαύμα» που της συμβαίνει. Κι έναν σύγχρονο άντρα, επιστήμονα, που προσπαθεί με τη λογική να το καταρρίψει. Πώς γεννήθηκε η ιστορία;

Το σενάριο γράφτηκε το 2010, λίγο μετά που έσκασε η κρίση και με μια έννοια επηρεάστηκε πολύ από αυτή. Ημασταν όλοι τότε με ένα αίσθημα ανεξήγητου. Πλανιόταν ένα αίσθημα δέους και φόβου για κάτι που δεν ξέραμε ούτε πώς ήρθε, ούτε πώς θα είναι. Να το, το «ανεξήγητο» της ταινίας. Ημουν επίσης τότε στην αρχή μιας μεγάλης σχέσης με την Κάτια Γκουλιώνη.

Με είχε συνεπάρει το γεγονός της έντονης συνύπαρξης δύο ανθρώπων διαφορετικών μεταξύ τους, το πώς δύο άνθρωποι προσπαθούν να κατανοήσουν κάτι πολύ πιο μεγάλο από αυτούς, κάτι που τους υπερβαίνει, και επιχειρούν να του δώσουν νόημα και πλαίσιο. Γιατί εν τέλει και στην ταινία κάτι ανάλογο συμβαίνει.

Δύο νέοι άνθρωποι προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν κάτι ανεξήγητο, τη θρησκεία. Δέχεσαι και ακολουθείς ένα θρησκευτικό δόγμα σαν να πηγαίνεις κάπου, όπου σου δίνεται μια ασφάλεια. Οχι της λογικής, αλλά της πίστης. Προέχει η ανάγκη να πιαστείς από κάπου.

● Στην ταινία αυτό το εκφράζει η γυναίκα. Ο άντρας είναι η φωνή της λογικής. Δεν είναι λίγο κλισέ αυτό; Γιατί πάντα οι γυναίκες να δέχονται και οι άντρες να αναστατώνουν το σύμπαν;

Το αντίθετο νομίζω ότι συμβαίνει. Ας μην προδώσουμε τι ακριβώς γίνεται στην ταινία, αλλά ουσιαστικά η γυναίκα είναι αυτή που τελικά υπερβαίνει τα πάντα. Αυτή που πηγαίνει παραπέρα. Ο άντρας παραμένει κλειστός και μπλοκαρισμένος στη δική του πίστη, στη δική του λογική.

● Ναι, αλλά μόνο στο τέλος αντιδρά η γυναίκα, όταν πια είναι αργά.

Ναι. Ακολουθεί κάτι που είναι πολύ ρευστό, το υποδέχεται, βρίσκει στη χριστιανική κοινότητα μια αγκαλιά που της λείπει μέσα στη σχέση της. Προσπαθώντας κι αυτή να εξηγήσει κάτι αδιανόητο, προσκολλάται σε κάτι που νομίζει ότι είναι αγάπη. Αλλά δεν είναι. Εξ ου και το εγκαταλείπει.

● Εσείς όμως παρακολουθείτε το «θαύμα» χωρίς να το ξηλώνετε ούτε στιγμή.

Αλλά και χωρίς να το επιβεβαιώνω. Υπάρχει πάντα στην ταινία μια περιοχή αμφισβητούμενη. Βλέπουμε ότι η ηρωίδα έχει κενά μνήμης. Και μπορεί η θεωρία του άντρα για το πώς έμεινε έγκυος να μην επιβεβαιώνεται, αλλά επίτηδες δεν δίνεται καμιά εξήγηση ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση.

Νομίζω ότι αυτή η ταινία θα κερδίσει το στοίχημα, αν ανοίξει συζητήσεις για πράγματα που μπορεί να μη μας βρίσκουν όλους σύμφωνους. Αυτό το παλιομοδίτικο, που τόσο μου άρεσε από μικρός. Να βγαίνεις από μια ταινία και να θες να πας για ποτό, να κουβεντιάσεις, να διαφωνήσεις. Αυτή είναι για μένα η ομορφιά του σινεμά.

● Εχετε προσεγγίσει με μάλλον τρυφερά χρώματα τη ρωσική θρησκευτική μικρή κοινότητα. Τέτοιες κλειστές, οπισθοδρομικές κοινότητες συνήθως μας φοβίζουν, όταν δεν μας απωθούν.

Με ενδιαφέρουν οι αντιφάσεις που υπάρχουν στην ανθρώπινη φύση. Η κοινότητα αυτή είναι σκοταδιστική και φονταμενταλιστική, αφού επιμένει να θεωρεί ιερή την πηγή ενός τοξικού ποταμιού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να εμπεριέχει και άλλα χαρακτηριστικά, αλλιώς θα ήταν ένα κλισέ. Τα έχω δει όλα αυτά να συμβαίνουν μπροστά μου στη Ρωσία, όλους αυτούς τους πιστούς, τους ανθρώπους της Εκκλησίας με τις μεσαιωνικές αντιλήψεις, να είναι ταυτόχρονα οι πιο ζεστοί άνθρωποι του κόσμου.

● Το ίδιο ενδιαφέρον είναι και το ότι οι δύο ματιές, του άντρα και της γυναίκας, στην ταινία είναι ισότιμες. Αναπτύσσονται, κοντράρονται.

Μα αυτό ήταν το πιο μεγάλο ρίσκο. Πώς θα μπορούσαμε να είμαστε και με τους δύο, να τους κατανοήσουμε και τους δύο. Γιατί το «Ακίνητο ποτάμι» είναι ουσιαστικά μια ταινία πάνω στη συνύπαρξη. Είναι για δύο ανθρώπους που τραβάνε στα άκρα την υποκειμενική τους αντίληψη και δεν καταφέρνουν να μπουν στη θέση του άλλου.

● Γιατί διαλέξατε τη Ρωσία για γυρίσματα; Ηταν εκ των ων ουκ άνευ; Πού ακριβώς «κούμπωνε» με το θέμα σας;

Θεωρητικά αυτή η ιστορία θα μπορούσε να διαδραματίζεται και στο Παγκράτι. Δεν θα μπορούσα όμως ποτέ να τη γυρίσω εκεί. Η Ρωσία ήταν από την αρχή στο μυαλό μου. Είναι μια χώρα που αγαπάω πολύ από μικρός μέσα από τη λογοτεχνία της. Αλλά, πέρα από αυτό, ένιωθα ότι η επιλογή της για την ταινία μάς έδινε πολλά πλεονεκτήματα.

Το πιο απλό βέβαια είναι αυτή η αίσθηση του χιονιού, της λευκότητας, που σε παραπέμπει στο κενό νοήματος στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες. Που ταυτόχρονα σε παραπέμπει στην υποτιθέμενη παρθενία της ηρωίδας, στην αγνότητα. Από την άλλη βέβαια είναι κι αυτές οι πόλεις, που χτίστηκαν επί Στάλιν ως πόλεις-εργοστάσια. Ενέχουν στην ίδια την αρχιτεκτονική τους την αίσθηση του δέους, την αίσθηση ότι εσύ, ως άνθρωπος, είσαι κάτι πολύ μικρό απέναντι σε κάτι πολύ μεγάλο. Την εποχή του Στάλιν το «πολύ μεγάλο» ήταν η εξουσία. Σήμερα πια το «πολύ μεγάλο» είναι ο Θεός και η θρησκεία. Πήραν για τον Ρώσο τη θέση του πολιτικού ηγέτη.

● Η Κάτια Γκουλιώνη, «έγκυος», κυλιέται στα χιόνια, κάνει μπάνιο στα χιόνια. Σε πολύ σκληρές δοκιμασίες υποβάλατε την πρωταγωνίστριά σας.

Το παραδέχομαι. Αλλά την Κάτια οι δυσκολίες την ιντριγκάρουν, την εμπνέουν. Εκανε όλο τον χειμώνα στην Ελλάδα μπάνιο στη θάλασσα, για να αλλάξει η θερμοκρασία του σώματός της, είχαμε αθλητίατρους να την προσέχουν, αλλά παρ’ όλα αυτά η εμπειρία ήταν πολύ σκληρή. Δουλεύαμε με θερμοκρασίες από -5 μέχρι -30 βαθμούς. Ειδικά στη Ρωσία νομίζαμε ότι θα αφήσουμε τα κοκαλάκια μας, γιατί πήγαμε με πιο γκερίλα συνθήκες από τη Λετονία, όπου όλα ήταν πιο οργανωμένα.

● Το «Ακίνητο ποτάμι» θα ενταχθεί στην playlist του HBO Europe, μεγάλο συνδρομητικό τηλεοπτικό δίκτυο. Δεν πάνε πολλά χρόνια που συνδυάζατε το σινεμά σας με πρωτοποριακές «εγκαταστάσεις» στο Φεστιβάλ Αθηνών, που μιλούσατε για εναλλακτική διανομή, ακόμα και σε γκαλερί. Πώς συμβιβάζεται όλο αυτό με δίκτυα τύπου HBO ή Netflix;

Το σινεμά πρέπει να πάψει να φοβάται κάθε νέα τεχνολογία και τρόπο διανομής. Η αντίδραση απέναντι στο Neflix μού φαίνεται λίγο πολύ ίδια με τον φόβο απέναντι στον ήχο και το χρώμα, όταν μπήκαν στο σινεμά. Κάθε τεχνολογική εξέλιξη πάντα αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό. Αλλά το σινεμά είναι μια τέχνη συνυφασμένη με την τεχνολογία, είτε σε επίπεδο παραγωγής είτε σε επίπεδο διανομής, δεν μπορεί να πας κόντρα στις εξελίξεις. Είναι αστείο.

Προφανώς κι εμένα μου αρέσει πολυ περισσότερο να πάω σε μια αίθουσα από το να δω την ταινία στο λάπτοπ μου. Κι όμως το «Roma», ενώ υπήρχε στο Νetflix , ο κόσμος πήγε να το δει στην αίθουσα. Δεν πρέπει να υπάρχει λογική σύγκρουσης.

Το ΗΒΟ έχει παραγάγει το «Mad Men», υψηλή λογοτεχνία και υψηλό σινεμά μαζί. Το τελευταίο «Twin Peaks» του Λιντς δεν ήταν ισάξιο με όλα του τα κινηματογραφικά έργα; Και μήπως δεν επηρέασε το σινεμά η μεγάλη τηλεοπτική σειρά, που έχει τον χρόνο να απλώσει τους χαρακτήρες; Παρατηρείς πλέον στις καθαρά κινηματογραφικές ταινίες ότι οι ήρωες έχουν αρχίσει να γίνονται πιο σύνθετοι και απρόβλεπτοι. Ενας από τους λόγους είναι το μάθημα που ήρθε από τις σειρές.